Πέμπτη, 31 Μαρτίου 2016

Δολοφόνος ονείρων


Στοχασμοί, στοιβαγμένα όνειρα
στο'χα πει σε αυτή τη ζωή
απαντήσεις στα γιατί στέκουν απόμερα
ερωτήσεις, ερωτηματικά
η φωνή αχανής
και τα θέλω σπαρακτικά
εξορκίζουν τη λύτρωση
μην με ξυπνάς
επικίνδυνος νυχτοβάτης
και στο βάθος η ύπνωση
και αν υποκρινόμουν
τι σημασία έχει
για το σκότος της σκέψης σου
τα χέρια τρέμουν, το βλέμμα καρφώνεται
οι χτύποι κουρδίζουν την απόγνωση
στο έρεβος του γρίφου
έλυσα την αγάπη μου
δάγκωσε το όνειρο
με λύσσα να μην της ξεφύγει
σ'αυτή τη ζωή, το ξέχασες
μ'αγάπησε το πεπρωμένο
φυγείν αδύνατο
από μυαλό σαλεμένο
αχανές και το αύριο
με τύψεις ζωσμένο
πυροβόλησα τα όνειρα
που με απειλούσαν
κράτα μια σφαίρα για το τελευταίο
ονειροκρίτης σαν έγινες σε αβέβαιο μέλλον

Τετάρτη, 30 Μαρτίου 2016

Εφετείο Αθηνών: Εφαρμόζονται οι διατάξεις περί τύπου στα ενημερωτικά ιστολόγια (blogs)




Απόσπασμα της υπ'αριθμ. 1143/2016 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, με Εισηγήτρια την κ. Στυλιανή Μπλέτα
Με το άρθρο 681Δ ΚΠολΔ καθιερώνεται ειδική διαδικασία εκδίκασης των διαφορών που αφορούν σε προσβολές από δημοσιεύματα ή ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές. Ειδικότερα κατά την παρ. 1 του άρθρου αυτού κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 666 παρ. 1, 667, 671 παρ. 1-3, 672 και 673-676 ΚΠολΔ δικάζονται από το καθ' ύλην αρμόδιο δικαστήριο όλες οι διαφορές που αφορούν σε αποζημιώσεις οποιασδήποτε μορφής περιουσιακής ζημίας ή ηθικής βλάβης που προκλήθηκε διά του τύπου ή με ραδιοφωνικές ή τηλεοπτικές εκπομπές και οι συναφείς προς αυτές αξιώσεις προστασίας της προσωπικότητας των προσβληθέντων. Από την ευρύτητα της διατύπωσης της διάταξης του άρθρου 681Δ παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι στην εν λόγω ειδική διαδικασία υπάγονται όλες οι αγωγές που αποσκοπούν στην αποκατάσταση κάθε περιουσιακής ζημίας ή στην ικανοποίηση της ηθικής βλάβης, καθώς και οι κάθε μορφής αξιώσεις προστασίας των προσώπων, των οποίων η περιουσία ή η προσωπικότητα προσεβλήθη από δημοσίευμα ή τηλεοπτική ή ραδιοφωνική εκπομπή του έντυπου ή ηλεκτρονικού τύπου, ασχέτως της ιδιότητας του εναγομένου, ο οποίος, καθώς ο νόμος δεν διακρίνει, μπορεί να είναι οποιοδήποτε πρόσωπο, του οποίου η συμπεριφορά προσέβαλε την προσωπικότητα του ενάγοντος (ΑΠ 1900/2006, ΧρΙΔ 2007/433). Η προαναφερόμενη διάταξη καθώς και αυτή του άρθρου μόνου παρ. 1 του ν. 1178/1981 "περί αστικής ευθύνης του τύπου και άλλων τινών διατάξεων", όπως τροποποιήθηκε με το ν. 2243/1994, εφαρμόζονται αναλόγως και επί προσβολών της προσωπικότητας οι οποίες συντελούνται στο διαδίκτυο μέσω ηλεκτρονικών ιστοσελίδων ή άλλων ιστοτόπων που λειτουργούν ως διεθνές μέσο διακίνησης πληροφοριών δεδομένου ότι για τις προσβολές αυτές δεν υπάρχει ιδιαίτερο θεσμικό πλαίσιο και η αντιμετώπισή τους δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο με την αναλογική εφαρμογή της ήδη υπάρχουσας νομοθεσίας για τις προσβολές της προσωπικότητας μέσω του έντυπου (εφημερίδες, περιοδικά) ή του ηλεκτρονικού (τηλεόραση, ραδιόφωνο) τύπου, αφού και η διαδικτυακή πληροφόρηση δεν διαφέρει ως προς τα ουσιώδη στοιχεία της από εκείνη που παρέχεται από τον ηλεκτρονικό τύπο, ιδίως δε ως προς τα ιδιαίτερα εκείνα χαρακτηριστικά της που οδήγησαν τον νομοθέτη στην καθιέρωση ειδικής διαδικασίας για την εκδίκαση των διαφορών που ανακύπτουν από την λειτουργία τους, ήτοι την εμβέλεια δράσης του, που μάλιστα στο διαδίκτυο είναι παγκόσμια, και συνακόλουθα του αριθμού των αποδεκτών όσων διά αυτού διαδίδονται, που μεγεθύνει την προσβολή εκείνου που θίγεται από την διάδοση συκοφαντικών, δυσφημιστικών ή εξυβριστικών ισχυρισμών (βλ. ΑΠ 1596/2011 σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 3071/2014 σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΔωδ 220/2013 σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΔωδ. 36/2011 σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ. 680/2009 σε ΤΝΠ ΔΣΑ, ΕφΑΘ 8962/2006 σε ΤΝΠ Νόμος). Η άποψη ότι ελλείψει νομοθετικής ρύθμισης για τους ιστοτόπους η προσήκουσα διαδικασία είναι όχι η ανωτέρα διαδικασία που καθιερώνεται με τη διάταξη του άρθρου 681Δ ΚΠολΔ αλλά η τακτική διαδικασία, παραβλέπει το σύνολο των ιστολογιών που έχουν ειδησεογραφικό/ενημερωτικό περιεχόμενο μη αρκούμενα εκ του σκοπού τους μόνο σε ανταλλαγή απόψεων, ιδεών, σκέψεων και αναλύσεων μέσω διαδραστικής επικοινωνίας των χρηστών τους, κυρίως όμως παραβλέπει την αναγκαιότητα ταχείας εκδικάσεως των αναφυουσών διαφορών, σκοπό δηλαδή που επιτελεί η διάταξη του άρθρου 681Δ ΚΠολΔ της οποίας η καθιέρωση αποβλέπει στην ταχεία περάτωση των δικών και την επίτευξη οικονομίας χρόνου και δαπάνης, λόγω της φύσης των εν λόγω διαφορών και του κινδύνου συχνότητας αυτών, ανάγκη δηλαδή που εξυπηρετεί καταλληλότερα η ανωτέρω διάταξη (βλ. και Βαθρακοκοίλη ερμηνεία στο άρθρο 681Δ παρ. 2). Το πρωτοβάθμιο, επομένως, Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση, δέχθηκε ότι για την εκδίκαση της κρινόμενης αγωγής με το προαναφερόμενο περιεχόμενο στο οποίο περιλαμβανόταν η επίκληση ότι το επίδικο ιστολόγιο είναι ειδησεογραφικό και οι επίδικες αναρτήσεις δεν έγιναν λόγω διαδραστικής επικοινωνίας αλλά προς σκοπό ενημερώσεως μεγάλου και μη δυνάμενου να προσδιοριστεί αριθμού χρηστών του διαδικτύου, εφαρμοστέα ήταν η διαδικασία των διαφορών που αφορούν προσβολές από δημοσιεύματα ή ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές (άρθρο 68Γ Δ' ΚΠολΔ) δεν έσφαλε και όσα αντίθετα υποστηρίζει ο εκκαλών - εναγόμενος με τον πρώτο λόγο της έφεσής του. είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Άλλωστε η εκδίκαση της υποθέσεως με εσφαλμένη διαδικασία δεν παρέχει μόνη αυτή δικαίωμα εφέσεως, εκτός αν συνδέεται με επίκληση βλάβης ή αναρμοδιότητα του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση ο παραπάνω λόγος της κρινόμενης έφεσης του εναγομένου με τον οποίο ο τελευταίος παραπονείται για εσφαλμένη σχετική κρίση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου αλυσιτελώς προτείνεται εφόσον δεν ισχυρίζεται επιπροσθέτως ότι υπέστη κάποια βλάβη και συνεπώς ο λόγος αυτός της έφεσής του πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και με την πρόσθετη αυτή αιτιολογία (βλ. ομοίως ΕφΑΘ 1747/1988 Δίκη σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Τρίτη, 29 Μαρτίου 2016

Scripta Νεμέσεως




Προς φοβισμένους δικαστές


Ο μικρός Άνταμ, τέκνο της Νεμέσεως, καθοδηγούμενος από το δίκαιο, απεφάνθη:
1. Το απόρρητο στο διαδίκτυο δεν αίρεται ούτε για κατασκευασμένα αδικήματα συκοφαντικής δυσφήμησης και εξύβρισης.
2. Η απόπειρα ταυτοποίησης blogger, που σέβεται τους δεοντολογικούς κανόνες λειτουργίας του διαδικτύου, είναι ηθικά επίμεμπτη πράξη, πέραν από τυχόν προσβολή της προσωπικότητας του αβασίμως ταυτοποιούμενου.
3. Η ελευθερία έκφρασης, και δη σε ό,τι αφορά δικαστές και δικαστικές ενέργειες, είναι απεριόριστη, αρκεί να μην παρατίθενται συκοφαντικά γεγονότα και προδήλως εξυβριστικές φράσεις, με την έννοια της απόλυτης εξύβρισης, και ουχί της σκληρής κριτικής.
4. Η κατασκευή λόγων αποχής εκ μέρους δικαστικών λειτουργών, με προδήλως αβάσιμα στοιχεία και παράλληλη απόκρυψη των αληθών λόγων, συνιστά βαρύ πειθαρχικό αδίκημα, και ένδειξη παντελώς ακατάλληλου και επικίνδυνου δικαστή.
5. Η καθυστέρηση έκδοσης δικαστικών αποφάσεων, πέραν των νομίμων ορίων, από μόνη της δεν είναι ένδειξη κακού δικαστή, όταν, όμως, συνδυάζεται με άλλες καταστάσεις, προσβλητικές του κύρους της δικαιοσύνης, συνιστά εξίσου πειθαρχικό αδίκημα.
6. Η παράλειψη εφαρμογής του άρθρου 38 ΚΠΔ, ήτοι διαβίβασης στοιχείων αυτεπαγγέλτως διωκομένων αδικημάτων στον αρμόδιο Εισαγγελέα, ακόμη και από απέχοντα δικαστή, συνιστά πέραν από πειθαρχικό αδίκημα, και συγκάλυψη αδικημάτων.
7. Ένας γενναίος δικαστής έχει διέλθει και του σταδίου του "φοβισμένου δικαστή", με ό,τι αυτό συνεπάγεται, αφού, μολονότι φοβήθηκε, ήταν πραγματικά γενναίος να αποφανθεί. Οι υπόλοιποι είχαν απλώς άγνοια κινδύνου.
ΦΟΒΟΥ ΤΟΥ ΦΟΒΙΣΜΕΝΟΥΣ ΔΙΚΑΣΤΕΣ, περισσότερο, όμως, τους ΘΡΑΣΥΔΕΙΛΟΥΣ.
Κατά την ετυμηγορία των ψυχών θα έχουν να παραδώσουν λίγο αίμα από αυτό που έχουν "ρουφήξει", είτε λόγω ευήθειας, είτε λόγω συμπίπτουσας αργυρώνητης, ή και όχι τόσο, μεροληψίας.

Με Τιμή,

Θ.Υ.Π. των apache (των ινδιάνων)

Δευτέρα, 21 Μαρτίου 2016

Ελευθερία του Τύπου και παραβίαση της μυστικότητας της ανάκρισης




Διάταξη υπέρ της ελευθερίας του Τύπου του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, Σπυρίδωνα Παππά

ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ
Τεύχος 6/2014, Ιούνιος
Νομοθεσία, Νομολογία, Θεωρία & Πράξη του Ποινικού Δικαίου


Περίληψη

Η αρχή της μυστικότητας της ανακρίσεως στην ποινική διαδικασία συμπεριλαμβάνεται στο πεδίο προστασίας του άρθρου 252 ΠΚ, και τούτο διότι αφενός μεν προστατεύεται, σύμφωνα με το τεκμήριο αθωότητας, η προσωπικότητα του κατηγορουμένου από την ενδεχόμενη ηθική του μείωση, αλλά και του πολιτικώς ενάγοντος, ο οποίος ενδεχομένως να μην επιθυμεί να δημοσιοποιηθεί η ένδικη διένεξή του με τον κατηγορούμενο, αφετέρου δε αποσκοπείται η ευχερέστερη βεβαίωση της τελέσεως του εγκλήματος και επιτυγχάνεται η κατά το μέγιστον ανακάλυψη των δραστών, από τη μη δημοσιοποίηση των στοιχείων της ανακρίσεως και των ενεργειών των διενεργούντων την ανάκριση. Περαιτέρω, δικαιολογημένο ενδιαφέρον της κοινής γνώμης συντρέχει, όχι όταν προκαλείται η δημιουργία εντυπώσεων ή η ικανοποίηση της περιέργειας του κοινού ή η προσπάθεια σπιλώσεως της τιμής κάποιου προσώπου διά δημοσιοποιήσεως ανακριβών και μη ελεγχομένων πληροφοριών, αλλά όταν διά της πληροφορίας αυτής αποκαλύπτεται π.χ. ότι δημόσια πρόσωπα ελέγχονται από κρατικές αρχές για δωροδοκία ή για οικονομικές ατασθαλίες επί ζημία του Δημοσίου, ή για ζήτημα που, διά των πράξεων ορισμένων πολιτικών αξιωματούχων ή μη, θίγει ουσιωδώς τα συμφέροντα της χώρας. Εν προκειμένω, τίθεται εν μέρει στο αρχείο η οικεία δικογραφία για το αδίκημα της παραβίασης υπηρεσιακού απορρήτου, δεδομένου ότι η από μέρους του εκδότη της εφημερίδας και των δημοσιογράφων χρήση των υπηρεσιακών εγγράφων-απορρήτων δεν υπερέβη το αναγκαίο μέτρο της πληροφορίας για την ικανοποίηση του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος της κοινής γνώμης και επομένως καλύπτεται από τη διάταξη του εδ. β΄ της παρ. 3 του άρθρου 252 Π.Κ.
Προς τον κ. Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών
Θέμα: Έγκριση θέσεως δικογραφίας εν μέρει εις το αρχείον κατ' άρθρο 43 ΚΠΔ ως αντικ. διά άρθρο 5 Ν. 3160/2003, άρθρο 9 Ν. 3904/2010 και άρθρο 27 Ν. 4055/2012.
Έχω την τιμή να σας υποβάλλω την υπ' αριθ. ... συνημμένη ποινική δικογραφία, η οποία εσχηματίσθη δυνάμει της από 25.12.2012 προς την Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, αναφοράς του Ι.Λ., κατοίκου Γλυφάδας Αττικής, αναφέροντάς σας τα ακόλουθα:
Διά της κρινομένης αναφοράς, η οποία απευθύνεται προς την Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών Π.Π. και επ' αφορμή του δημοσιεύματος της 23.9.2012, της εβδομαδιαίας εφημερίδος «...» υπό τον τίτλο «Κατάθεση - φωτιά για 3 Υπουργούς» και με περιεχόμενο την ύπαρξη καταθέσεων, εγγράφων και έτερων στοιχείων, ως λ.χ. η επιδειχθείσα σε αντίγραφο μηνυτήρια αναφορά του Ι.Λ. κατά των Ι.Κ. και Ρ.Σκ. διά των οποίων ο νυν Πρόεδρος της Βουλής των Ελλήνων Ε.Μ. και οι πρώην Υπουργοί Γ.Β. και Μ.Λ., φέρονται να εμπλέκονται σε μεγάλη υπόθεση φοροδιαφυγής και παρανόμου πλουτισμού, μέσω του ομίλου του Ι.Κ., ο αναφέρων Ι.Λ. ζητεί να διερευνηθεί εάν τα ανωτέρω στοιχεία, τα οποία αποτελούσαν έγγραφα σχηματισθείσας ποινικής δικογραφίας, επί της οποίας προκαταρκτική έρευνα κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας, διενεργούσαν όργανα του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος, διέρρευσαν προς την ιδιοκτησία και διεύθυνση της ανωτέρω εφημερίδος από υπαλληλικά όργανα του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος, ή έτερης δικαστικής αρχής, με συνέπεια να στοιχειοθετείται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της παραβιάσεως υπηρεσιακού απορρήτου σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 252 παρ. 1 εδ. β΄-α΄ του ΠΚ, για τους υπαλλήλους που διέρρευσαν τα υπηρεσιακά αυτά έγγραφα και ενδεχομένως η ύπαρξη ποινικής ευθύνης τρίτων προσώπων, μη υπαλλήλων, που προέβησαν σε χρήση των εγγράφων αυτών και των πληροφοριών που αυτά εμπεριέχουν, με σκοπό να ωφεληθούν οι ίδιοι ή άλλος ή για να βλαφθεί το κράτος.
Σύμφωνα με το άρθρο 252 παρ. 1 του ΠΚ όπως αντικαταστάθηκε διά του άρθρου 13 του Ν. 3849/2010 «Ο υπάλληλος που εκτός από τις περιπτώσεις των άρθρων 248, 249, 250 και 251, παραβαίνοντας τα καθήκοντά του, γνωστοποιεί σε άλλον: α) πράγμα, το οποίο γνωρίζει μόνο λόγω της υπηρεσίας του ή β) έγγραφο που είναι εμπιστευμένο ή προσιτό λόγω της υπηρεσίας του, αν τέλεσε κάποια από τις πράξεις αυτές με σκοπό να ωφεληθεί ο ίδιος ή να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλο, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών». Κατά δε την παρ. 3 του ως άνω άρθρου «Με τις ποινές των προηγούμενων παραγράφων τιμωρείται και ο τρίτος, ο οποίος χρησιμοποιεί την πληροφορία ή το έγγραφο εν γνώσει της προέλευσής του με σκοπό να ωφεληθεί ο ίδιος ή άλλος ή για να βλάψει το κράτος ή άλλον. Δεν αποτελεί άδικη πράξη η χρησιμοποίηση, εντός του αναγκαίου μέτρου, της πληροφορίας ή του εγγράφου, που γίνεται για την ικανοποίηση του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος της ενημέρωσης της κοινής γνώμης». Διά της ανωτέρω διατάξεως της παρ. 1, εις την οποία ενεργητικό υποκείμενο δύναται να είναι μόνον υπάλληλος κατά την έννοια των άρθρων 13 εδ. α΄ και 263Α του ΠΚ (σχετ. ΣυμβΠλημΑθ 2185/1987 ΠοινΧρ 1987, 465), προστατεύεται το υπηρεσιακό απόρρητο, ως αυτοτελές συμφέρον της Πολιτείας να τηρούνται μυστικές ορισμένες υπηρεσιακές ενέργειες ή υπηρεσιακά έγγραφα (ΣυμβΑΠ 344/1992 Υπερ 1992, 848, I. Μανωλεδάκης, Το έννομο αγαθό ως βασική έννοια του Ποινικού Δικαίου, σελ. 322, παρ. 519 και σελ. 361 παρ. 587, Γ.-Α. Μαγκάκης, Η παραβίασις του υπηρεσιακού απορρήτου ως έγκλημα κατά το άρθρο 252 ΠΚ, ΠοινΧρ 1965, 385 επ.), ενώ ως υπηρεσιακό απόρρητο του οποίου η γνωστοποίηση τυγχάνει παράνομη από τον υπάλληλο που το κοινολογεί, νοείται όχι οιοδήποτε γεγονός που αφορά την υπηρεσία του, αλλά μόνον εκείνο που πρέπει να τηρηθεί μυστικό είτε από κανόνα δικαίου, νόμο, υπουργική απόφαση, εγκύκλιο, κανονιστική διάταξη, είτε η αποκάλυψή του, καίτοι δεν απαγορεύεται ρητώς από κάποια διάταξη, εντούτοις διά του τρόπου που ενεργείται θίγει σοβαρά τα συμφέροντα του Ελληνικού Δημοσίου (βλ. σχετ. Α. Χαραλαμπάκη, ΕρμΠΚ, έκδ. 2011, τόμος Β΄, σελ. 482, με παραπομπή σε νομολογία και θεωρία αλλά και σε ενδεικτικές περί απορρήτου διατάξεις ως λ.χ. άρθρο 26 του Ν. 3528/2007 και δη του Κώδικα Δημοσίων Υπαλλήλων, άρθρο 85 του Ν. 2238/1994, ήτοι του φορολογικού απορρήτου κ.λπ.). Αναμφισβήτητα η αρχή της μυστικότητας της ανακρίσεως εις την ποινική διαδικασία, η οποία ερείδεται εις το άρθρο 241 του ΚΠΔ και αφορά άπαντα στα στάδια αυτής, ήτοι την προκαταρτική εξέταση, την προανάκριση, αστυνομική και μη και την κυρία ανάκριση, συμπεριλαμβάνεται εις το πεδίο προστασίας του άρθρου 252 ΠΚ, και τούτο διότι αφενός μεν εκ της μυστικότητας της ποινικής προδικασίας προστατεύεται, σύμφωνα με το τεκμήριο αθωότητος (in dubio pro reo), η προσωπικότητα του κατηγορουμένου από την ενδεχόμενη ηθική του μείωση, αλλά και του πολιτικώς ενάγοντος, ο οποίος ενδεχομένως και ειδικότερα λ.χ. σε εγκλήματα της γενετήσιας ελευθερίας, να μην επιθυμεί να δημοσιοποιηθεί η ένδικη διένεξή του με τον κατηγορούμενο, αφετέρου δε εκ της μυστικότητας της ανακρίσεως αποσκοπείται η ευχερέστερη βεβαίωση της τελέσεως του εγκλήματος και επιτυγχάνεται η κατά το μέγιστον ανακάλυψη των δραστών, από τη μη δημοσιοποίηση των στοιχείων της ανακρίσεως και των ενεργειών των διενεργούντων την ανάκριση, όπως λ.χ. παραγγελίες Εισαγγελέων, Ανακριτών ή αυτεπάγγελτες κατά την αστυνομική προανάκριση ενέργειες προανακριτικών υπαλλήλων (σχετ. η υπ' αριθ. 7/1994 ΓνωμΕισΠλημΑθ Γ. Κολιοκώστα, ΠοινΧρ 1994, 878 επ., Γρ. Πεπόνης, Η de lege lata αρχή της μυστικότητος της προδικασίας και η έκνομη πραγματικότης, ΠοινΧρ Ξ΄, 713 επ., Ν. Ανδρουλάκης, Θεμελιώδεις έννοιες της ποινικής δίκης, Β΄ έκδοση, 1994, κεφ. Ζ΄, σελ. 86-87), με συνέπεια εκ των προρρηθέντων ευλόγως να συνάγεται πως κατ' ουδένα τρόπο δεν πρέπει να κάμπτεται η μυστικότητα της ανακρίσεως διά της από μέρους του υπαλλήλου δημοσιοποιήσεως στοιχείων αυτής, ως λ.χ. εγγράφων, ενόρκων καταθέσεων, τούτο δε συνάδει όχι μόνον με τα άρθρα 252 ΠΚ και 241 ΚΠΔ, αλλά και με τα άρθρα 5Α, 14 παρ. 1 Συντ. και 10 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, εις τα οποία η προστασία της ελευθερίας εκφράσεως, λήψεως ή μεταδόσεων πληροφοριών και η εν γένει προστασία του Τύπου, έντυπου ή ηλεκτρονικού, ως οργάνου πληροφορήσεως του κοινού, δεν καθίσταται απόλυτη και ανεξέλεγκτη, αλλά δύναται να υπάγεται σε περιορισμούς από νομοθετικούς κανόνες που αποβλέπουν εις την προστασία της εθνικής ή δημόσιας ασφάλειας, την προάσπιση και πρόληψη του εγκλήματος, την προστασία της υγείας και τη διασφάλιση του κύρους και της αμεροληψίας της δικαστικής εξουσίας, με αποτέλεσμα να εναπόκειται εις την εκάστοτε νομοθετική εξουσία να ρυθμίζει κανόνες, ούτως ώστε και η μυστικότητα της ανακρίσεως να διασφαλίζεται και η ενημέρωση της κοινής γνώμης, η οποία όταν τυγχάνει συμβατή με τους κανόνες της δημοσιογραφικής δεοντολογίας και του σεβασμού της προσωπικότητας του ατόμου αποτελεί στοιχείο δημοκρατίας και προάγει τον πολιτικό και κοινωνικό πολιτισμό αλλά και υποβοηθεί τη Δικαιοσύνη με αποκαλύψεις για σημαντικού πολιτικού, οικονομικού και κοινωνικού ενδιαφέροντος υποθέσεις, οι οποίες αποτελούν ειδήσεις για την εισαγγελική αρχή σύμφωνα με το άρθρο 36 του ΚΠΔ, να συντελείται χωρίς να θεωρείται πως ο Τύπος περιορίζεται.
Τέτοια διάταξη η οποία για πρώτη φορά θεσπίσθηκε διά του Ν. 3849/2010, είναι αυτή του εδ. β΄ της παρ. 3 του άρθρου 252 ΠΚ, όπου σε διαφοροποίηση μετά του εδαφίου α΄ της ως άνω παραγράφου όπου κολάζεται ποινικά ο τρίτος, υπάλληλος ή μη υπάλληλος, ο οποίος χρησιμοποιεί εν γνώσει του την εις χείρας του ευρισκομένη υπηρεσιακή πληροφορία για ιδιοτελείς σκοπούς του ιδίου ή ετέρου προσώπου, ή προς βλάβη τρίτου προσώπου ή της εν γένει λειτουργίας του Κράτους, ρυθμίζεται, σύμφωνα με το άρθρου 20 του ΠΚ, ως λόγος άρσεως του αδίκου της αξιοποίνου πράξεως της χρησιμοποιήσεως της υπηρεσιακής πληροφορίας ή του υπηρεσιακού εγγράφου, το ότι ο τρίτος, χρησιμοποιεί την πληροφορία ή το έγγραφο εντός του αναγκαίου μέτρου και με σκοπό την ικανοποίηση του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος της ενημέρωσης της κοινής γνώμης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αφορά πρωτίστως την έντυπη και ηλεκτρονική δημοσιογραφία αλλά και τις δικαστικές αρχές στις περιπτώσεις όπου κρίνεται επιβεβλημένη η δημοσιοποίηση προσώπων εγκληματιών και όχι φυσικά τους υπαλλήλους όπου κατέχουν λόγω της υπηρεσίας τους τέτοια έγγραφα, κρίνεται πως ο νομοθέτης αξιολόγησε την περίπτωση αυτή ως θεμιτή παραβίαση του υπηρεσιακού απορρήτου, ένεκα της συγκρούσεως εννόμων συμφερόντων, η δε προσβολή που παρατηρείται δεν αποδοκιμάζεται από το δίκαιο, αλλά εξισορροπείται από την προστασία άλλων συμφερόντων είτε ισοδυνάμων είτε κοινωνικά υπέρτερων (βλ. σχετ. ό.π., Α. Στοΐλα σε ΕρμΠΚ Α. Χαραλαμπάκη, σελ. 488), κρίνεται δε σε κάθε περίπτωση δικαστικά το αναγκαίον του μέτρου ή η υπέρβαση αυτού για τη δεδικαιολογημένη ενημέρωση της κοινής γνώμης. Εδώ δέον να τονισθεί πως, πέραν ορισμένων πληροφοριών οι οποίες αντικειμενικά ουδέποτε θα πρέπει να δημοσιοποιούνται προς προστασία των πολιτών, ως λ.χ. έγγραφα που αφορούν τη στρατιωτική-αμυντική διάταξη της χώρας, ή ενέργειες που διεξάγει υπέρ της Ελλάδος η ΕΥΠ, το αναγκαίον του μέτρου χρησιμοποιήσεως μιας απόρρητης υπηρεσιακής πληροφορίας, δεν καθιερώνεται από ορισμένους απαρέγκλιτους χρονικά κανόνες τους οποίους ο δημοσιογράφος πρέπει να τηρεί μηχανικά, αλλά προσαρμόζεται τόσο στις εκάστοτε εθνικές οικονομικοπολιτικές συνθήκες της χώρας, όσο και εις τα πλαίσια της δημοσιογραφικής δεοντολογίας, η οποία επιτάσσει προ της δημοσιεύσεως να ελέγχεται - επαληθεύεται η πληροφορία, η οποία δέον να δημοσιεύεται με τρόπο που και να ενημερώνει την κοινή γνώμη, αλλά και να μην λαμβάνει θέση, στις περιπτώσεις εκκρεμών δικαστικών υποθέσεων, υπέρ του καταγγέλλοντος ή του καταγγελλόμενου, αφού η τελική κρίση επί της αποδόσεως του δικαίου ανήκει εις την αρμοδιότητα της δικαστικής και όχι της δημοσιογραφικής λειτουργίας, καθήκον της οποίας είναι να αναδεικνύει τα δέοντα κοινωνικά, οικονομικά και πολιτικά ζητήματα, τις δικαστικές προεκτάσεις των οποίων, εφόσον προκύψουν, αρμόδια να αποφανθεί η Δικαιοσύνη ως μία, κατά το Σύνταγμα, εκ των ισότιμων λειτουργιών του Κράτους. Έτσι δικαιολογημένο ενδιαφέρον της κοινής γνώμης συντρέχει όχι όταν προκαλείται η δημιουργία εντυπώσεων ή η ικανοποίηση της περιέργειας του κοινού ή η προσπάθεια σπιλώσεως της τιμής κάποιου προσώπου διά δημοσιοποιήσεως ανακριβών και μη ελεγχομένων πληροφοριών, αλλά όταν διά της πληροφορίας αυτής αποκαλύπτεται π.χ. ότι δημόσια πρόσωπα ελέγχονται από κρατικές αρχές για δωροδοκία (βλ. σχετ. ό.π., Α. Στοΐλα σε ΕρμΠΚ, Α. Χαραλαμπάκη), ή για οικονομικές ατασθαλίες επί ζημία του Δημοσίου, ή για ζήτημα που διά των πράξεων ορισμένων πολιτικών αξιωματούχων ή μη, θίγει ουσιωδώς τα συμφέροντα της χώρας.
Στην προκειμένη περίπτωση εκ των στοιχείων της παρούσης δικογραφίας, ήτοι εκ των εγγράφων αυτής και των εμμάρτυρων καταθέσεων, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 23.9.2012, διά δημοσιεύματος επί των σελ. 28 και 29 της εβδομαδιαίας πανελλήνιας εμβέλειας εφημερίδος «...» υπό τον τίτλο «Κατάθεση - φωτιά για 3 Υπουργούς», το οποίον υπογράφουν οι δημοσιογράφοι Α.Κ. και Α.Α. και εκδότης της οποίας και υπεύθυνος σύμφωνα με τον νόμο τυγχάνει ο δημοσιογράφος Ν.Χ., κατέστη ευρέως γνωστό εις το αναγνωστικό κοινό πως ο επιχειρηματίας Ι.Λ. διά σχετικής μηνυτήριας αναφοράς του κατά των επιχειρηματιών Ι.Κ. και Ρ.Σ., απόσπασμα της οποίας επεδείχθη εις την ως άνω εφημερίδα, εξέθετε πως ο I.Κ. του εκμυστηρεύτηκε πως ο νυν Πρόεδρος της Βουλής των Ελλήνων Ε.Μ. και οι πρώην Υπουργοί Γ.Β. και Μ.Λ., εμπλέκονται σε παράνομο οικονομικό πλουτισμό ο οποίος μέσω του ομίλου Κ. νομιμοποιείτο εις το εξωτερικό διά αγοραπωλησιών ακινήτων, προς τούτο δε παρετέθη και απόσπασμα αντιγράφου ενημερωτικής επιστολής του Γ.Ζ. προς το ΣΔΟΕ με παρόμοιο με το ανωτέρω περιεχόμενο. Όπως προκύπτει εκ της υπ' αριθ. πρωτ. ΕΜΠ .../12.10.2012 αναφοράς του Υποδιευθυντού Ελέγχου του ΣΔΟΕ Κ.Δ. προς τον Ειδικό Γραμματέα του ΣΔΟΕ Σ.Σ., το ΣΔΟΕ από της 8.11.2010 όπου εισήλθε εις την υπηρεσία τους η πρώτη μηνυτήρια αναφορά, διενεργεί ποινική προκαταρτική έρευνα για τη διαπίστωση τελέσεως ποινικών αδικημάτων, ενόψει των από 26.4.2010 και 30.5.2011 μηνυτηρίων αναφορών του Ι.Λ. κατά του επιχειρηματία Ι.Κ., της Ρ.Σ. και ομίλου ανωνύμων εταιριών ιδιοκτησίας τους, ενώ ως εμφαίνεται εκ της από 1.10.2012 ενόρκου καταθέσεως του δημοσιογράφου και εκδότου Ν.Χ. προς την Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων της ΕΛ.ΑΣ. η οποία διενήργησε προκαταρκτική εξέταση επί της προκείμενης ποινικής δικογραφίας για την ανακάλυψη των υπαιτίων διαρροής υπηρεσιακών εγγράφων, τη Δευτέρα στις 17.9.2012 και περί ώρα 13:05 μμ παρέλαβε από τον ιδιωτικό φύλακα των γραφείων όπου στεγάζεται η εφημερίδα «...», έναν περίκλειστο ταχυδρομικό φάκελο από ανώνυμο και άγνωστο αποστολέα (βλ. σχετ. το εγχειρισθέν στη δικογραφία αντίγραφο παραληφθέντων εγγράφων με την ένδειξη στη στήλη Αποστολέας - Άγνωστος), ο οποίος εμπεριείχε τρία έγγραφα και συγκεκριμένα την κατάθεση του Ι.Λ., την επιστολή του Γ.Ζ. και μια λίστα περιέχουσα ακίνητα κυριότητος του Ι.Κ., αφού δε ανέθεσε τη δημοσιογραφική έρευνα επαληθεύσεως της γνησιότητος των ανωτέρω εγγράφων εις τους δημοσιογράφους της εφημερίδας Α.Κ. και Α.Α., εν συνεχεία ενέκρινε και επέτρεψε ως εκδότης της ως άνω εφημερίδος τη δημοσίευση του επίμαχου δημοσιεύματος, δοθέντος ότι κατά την κρίση του συνέτρεχαν λόγοι δημοσίου συμφέροντος αφού εις τα εν λόγω έγγραφα πράγματι εγένοντο αναφορές εις σημαίνοντα πολιτικά πρόσωπα, τα οποία φέρονται να εμπλέκονται σε παράνομες οικονομικές συναλλαγές. Αναμφίβολα τα έγγραφα τα οποία απεστάλησαν εις τον εκδότη της εφημερίδας «...» διά ανωνύμου επιστολής, ήτοι η μηνυτήρια αναφορά του Ι.Λ. και η εξώδικος επιστολή του Γ.Ζ., τα οποία αποτελούσαν μέρος των ποινικών δικογραφιών επί των οποίων σχετική έρευνα διενεργούσαν και διενεργούν οι υπάλληλοι του ΣΔΟΕ υπό την εποπτεία του αρμοδίου Εισαγγελέως, συνιστούν υπηρεσιακά έγγραφα ποινικής δικογραφίας επί της οποίας η αρχή της μυστικότης της ανακρίσεως, ως προεκτέθηκε εις τη μείζονα σκέψη, απαγορεύει τη γνωστοποίησή τους, πλην των διαδίκων όπου νομοτύπως έχουν δικαίωμα να λάβουν αντίγραφα σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που ορίζονται στις διατάξεις των άρθρων 31 παρ. 2, 104 και 108 του ΚΠΔ και επομένως αναδεικνύονται ενδείξεις πως κάποιο υπηρεσιακό όργανο προς όφελός του ή προς βλάβη των εμπλεκομένων εις τις ποινικές ως άνω δικογραφίες, γνωστοποίησε τα έγγραφα αυτά εις τους δημοσιογράφους της εφημερίδας «...», χωρίς πάντως να έχει εισέτι καταστεί γνωστή η ταυτότης του.
Πέραν τούτων, κατά την ημέτερη κρίση δεν γεννάται ζήτημα ποινικής ευθύνης τόσο για τον εκδότη της ως άνω εφημερίδας Ν.Χ. όσο και για τους συντάξαντες το εν λόγω δημοσίευμα δημοσιογράφους Α.Κ. και Α.Α., καθόσον το εν λόγω δημοσίευμα εκκινείτο εντός των ορίων της δημοσιογραφικής δεοντολογίας, αφού στηρίζετο στα λεχθέντα του Ι.Λ. και του Γ.Ζ. (βλ. την αρχική παράθεση του κειμένου, Ο Πρόεδρος της Βουλής, οι πρώην κορυφαίοι Υπουργοί της Κυβέρνησης Κ. Γ.Β. και Μ.Λ. και μια εταιρία real estate του Ι.Κ., κουμπάρου του Β.Μ. φέρονται να εμπλέκονται –σύμφωνα με καταθέσεις μαρτύρων– σε μεγάλη υπόθεση φοροδιαφυγής και παρανόμου πλουτισμού), χωρίς να λάβει θετική ή αρνητική στάση υπέρ του αληθούς ή ψευδούς των λεγομένων, το οποίον άλλωστε δεν είχε αρμοδιότητα να πράξει, επιπροσθέτως δε καλύπτονται από τον λόγο άρσεως ταυ αδίκου ως τούτος ορίζεται εις το εδ. β΄ της παρ. 3 του άρθρου 252 ΠΚ, δεδομένου ότι ανεξαρτήτως του αληθούς ή ψευδούς του περιεχομένου των καταγγελιών του Ι.Λ. το οποίον θα αναδείξει μόνον η περαιτέρω δικαστική έρευνα, δύναται να υποστηριχθεί, δεδομένης της προϊούσας πολιτικής και οικονομικής κρίσεως όπου έχει περιέλθει η χώρα χωρίς ευθύνη των πολιτών, πως υφίσταται δικαιολογημένο ενδιαφέρον των πολιτών, αφού σύμφωνα και με το άρθρο 1 παρ. 3 του Συντ. όλες οι εξουσίες πηγάζουν εκ του λαού με κορυφαία πράξη τη διά της ψηφοφορίας εκλογή των προσώπων που συγκροτούν τη νομοθετική και εκτελεστική λειτουργία, να πληροφορηθούν εάν σημαίνοντα, παρόντα ή παρελθόντα δημόσια πολιτικά πρόσωπα που έχουν ασκήσει δημόσια εξουσία, καταγγέλλονται για παράνομες πράξεις σχετικές άμεσα ή έμμεσα με τη δημόσια αυτή εξουσία, ως επίσης δικαίωμα έχουν να πληροφορηθούν στο μέλλον ποία πρόσωπα εξ αυτών των καταγγελλόμενων πολιτικών ή εν γένει δημοσίων προσώπων, υπέχουν ή δεν υπέχουν ποινική ευθύνη ούτως ώστε να μορφώσουν πλήρη άποψη για τα πρόσωπα που επιθυμούν να κατέλθουν στον πολιτικό στίβο επιζητώντας την ψήφο τους, τούτο δε, ήτοι τη μέλλουσα δημοσιοποίηση της ενοχής ή της αθωότητος των προσώπων που έχουν καταγγελθεί, οφείλει η δημοσιογραφική έρευνα να πράττει επί ίσοις όροις και όχι μεροληπτικά.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω εκτεθέντων και επειδή η από μέρους του εκδότου της εφημερίδος «...» Ν.Χ., και των δημοσιογράφων Α.Κ. και Α.Α., χρήση των ανωτέρω υπηρεσιακών εγγράφων-απορρήτων δεν υπερέβη το αναγκαίο μέτρο της πληροφορίας για την ικανοποίηση του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος της κοινής γνώμης και επομένως καλύπτεται από τη διάταξη του εδαφίου β΄ της παρ. 3 του άρθρου 252 του ΠΚ, δεν άσκησα κατ' αυτών ποινική δίωξη για το έγκλημα της χρήσεως υπηρεσιακού απορρήτου ως τούτο προβλέπεται εις την παρ. 3-1 του άρθρου 252 του ΠΚ, θέτοντας ταυτοχρόνως σύμφωνα με το άρθρο 43 ΚΠΔ, την παρούσα αναφορά εν μέρει εις το αρχείον ως νόμω αβάσιμη, παρακαλώ δε εφόσον συμφωνείτε με την κρίση μου όπως εγκρίνετε την ενέργειά μου αυτή υπό την επισήμανση πως άμα τη επιστροφή της παρούσης προτίθεμαι να ασκήσω ποινική δίωξη κατ' αγνώστων υπαλλήλων, οι οποίοι διά της δημοσιοποιήσεως υπηρεσιακών εγγράφων για την πράξη της παραβιάσεως υπηρεσιακού απορρήτου σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 252 του ΠΚ.
Ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών,
Σπυρίδων Παππάς

Παρασκευή, 4 Μαρτίου 2016

Πολύ σύντομα κοντά Σας...



Επιτίθεμαι σε ιδέες, όχι σε ανθρώπους.
Ορισμένοι εξαιρετικοί άνθρωποι έχουν απαράδεκτες ιδέες.
Κι αν δεν μπορείς να διακρίνεις ανάμεσα στα δύο, δεν κάνεις για δικαστής.

Εάν είσαι και απαράδεκτος, και με απαράδεκτες ιδέες, απλώς σου αξίζει αυτό που θα πάθεις.

Θ.Υ.Π.

Πέμπτη, 3 Μαρτίου 2016

Λασποφόρος αγάπη



Σ'έναν περίπατο στη λάσπη
ζήλεψες που άφηνε αποτύπωμα
στον κάθε επισκέπτη της
εσύ δεν είχες το προνόμιο
της αποτύπωσης αυτής της βόλτας
περιλούστηκε πάνω σου
και με λίγες αχτίδες φωτός
μεταμορφώθηκες στο καλούπι της
και τα μάτια σου στάζαν λάσπη
ποιο λάθος σε έφερε στην κατάσταση
απαρηγόρητη κι αυτή και το ίδιόν σου
να τσαλαβουτάς στην κόλαση
σαν τρέφεσαι από την απόλαυση
να κολλάς τέτοια αγάπη
και όλη σου τη ζωή
λασποφόρος ορίζοντας
να τυφλώνεσαι από μάτια
που στάζουν λάσπη
την τρίτη φορά, ανεξήγητο
το μυστήριο κολάζει τα πάθη


Τρίτη, 1 Μαρτίου 2016

Μάρτυρας δημοσίου συμφέροντος: Εισαγγελική Διάταξη-πιλότος κατά της Διαφθοράς

 
Διατάξεις: άρθρα 45Β ΚΠΔ, 3 Ν. 4022/2011, Ν. 2957/2001, Ν. 3560/2007, Ν. 3666/2008
Έννοια μάρτυρα δημοσίου συμφέροντος (whistleblower), Διεθνής - ευρωπαϊκή - εθνική κατοχύρωση θεσμού, Ελλιπής συμμόρφωση της Ελλάδας στη νομοθετική κατοχύρωση του θεσμού, Έννοια και συνέπειες διαφθοράς
Στην έννοια των συναφών εγκλημάτων του άρθρου 45Β ΚΠΔ υπάγονται, κατά παρέκταση, και κατά ορθή ευρωπαϊκή ερμηνεία, όλα τα εγκλήματα διαφθοράς. Διαδικασία λήψης της ιδιότητας του μάρτυρα δημοσίου συμφέροντος - δυνατότητα λήψης αυτής σε οποιοδήποτε στάδιο της ποινικής διαδικασίας και μετά το πέρας αυτής. Νομικά αποτελέσματα, δυνατότητα εισαγγελικής διωκτικής αποχής από τη σε βάρος του μάρτυρα δημοσίου συμφέροντος αμυντικής ποινικής καταγγελίας - δυνατότητα ανάκλησης αποχής - απαιτουμένη συμφωνία και του Εισαγγελέα Εγκλημάτων Διαφθοράς. Χαρακτηρισμός μάρτυρα δημοσίου συμφέροντος, προσώπου, που αμέτοχα, χωρίς δικό του όφελος, καλόπιστα και άδολα, με αποκλειστικό σκοπό και κίνητρο την προστασία των συμφερόντων του δημόσιου οργανισμού και την προάσπιση του δημοσίου συμφέροντος, κατήγγειλε, πιθανολογούμενες, ως υπάρχουσες, ποινικές πράξεις, κακουργηματικής απιστίας και παράβασης καθήκοντος, στη ΔΕΗ Α.Ε., προκειμένου να τύχει υπηρεσιακής αποκατάστασης, από την ως άνω υπηρεσία του, η οποία, αποκλειστικά, λόγω των ως άνω, εν μέρει, τελικά, αντικειμενικά αληθών, δικών του, καταγγελιών, του είχε αποστερήσει τον μισθό του. Εργοδοτικά αντίποινα (πειθαρχική δίωξη, υπηρεσιακός παραγκωνισμός και υποβάθμιση, στέρηση αποδοχών - απόλυση, άσκηση ψυχολογικής βίας-bullying, εργασιακή απομόνωση-mobbing, υποβιβασμό-demotion κ.ά.).
Σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 45Β ΚΠΔ, όπως αυτό προστέθηκε με την υποπαρ. ΙΕ.15 του άρθρου πρώτου του Ν. 4254/2014 «1. Σε υποθέσεις σχετικές με τις αξιόποινες πράξεις των άρθρων 159, 159Α, 235, 236, 237 και 237Α του Ποινικού Κώδικα και τις συναφείς με αυτές πράξεις, είναι δυνατόν, μετά από έγκριση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που εποπτεύει και συντονίζει το έργο των Εισαγγελέων Εγκλημάτων Διαφθοράς, να χαρακτηρίζεται ως μάρτυς δημοσίου συμφέροντος με πράξη του κατά τόπον αρμόδιου εισαγγελέα πλημμελειοδικών ή του Εισαγγελέα Εγκλημάτων Διαφθοράς, όποιος, χωρίς να εμπλέκεται καθ'οιονδήποτε τρόπο στις εν λόγω πράξεις και χωρίς να αποβλέπει σε ίδιον όφελος, συμβάλλει ουσιωδώς, με τις πληροφορίες που παρέχει στις διωκτικές αρχές, στην αποκάλυψη και δίωξή τους. Η κατά το προηγούμενο εδάφιο πράξη του εισαγγελέα μπορεί να ανακαλείται με τον ίδιο τρόπο και σε οποιοδήποτε στάδιο της ποινικής δίκης, αν ο εισαγγελέας κρίνει ότι δεν συντρέχουν οι λόγοι που τον οδήγησαν στην έκδοσή της. [...]
Αφού λάβαμε υπόψη μας την υπ' αριθμ. πρωτ. 12268/ 20.2.2015 αίτηση του Ε.Α., διπλωματούχου-μηχανολόγου μηχανικού, κατοίκου Παλαιού Φαλήρου Αττικής, επί της οδού …, με την οποία και ζητεί να χαρακτηριστεί σύμφωνα με το ως άνω άρθρο και τις σχετικές διεθνείς συνθήκες, ως μάρτυρας δημοσίου συμφέροντος, «προκειμένου να τύχει ουσιαστικής προστασίας έναντι κάθε μορφής αντιποίνων, οικονομικής —ηθικής— επαγγελματικής και κοινωνικής υποβάθμισης και απαξίωσης», επαγόμεθα τα ακόλουθα:
Σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση του ως άνω θεσπισθέντος νομοθετήματος (βλ. ΚΝοΒ τόμος 62, τεύχος 3, Απρίλιος 2014) «Με την υποπαρ. ΙΕ. 15 προστίθεται νέο άρθρο 45Β στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Με την προσθήκη αυτή η χώρα μας ανταποκρίνεται στις διεθνείς της υποχρεώσεις και ιδίως στο άρθρο 33 της Σύμβασης του ΟΗΕ κατά της Διαφθοράς (2003), που κυρώθηκε με το Ν. 3666/2008 (Α΄ 105) και στο άρθρο 22 της Σύμβασης του Ποινικού Δικαίου του Συμβουλίου της Ευρώπης (1999), που κυρώθηκε με το Ν. 3560/2007 (Α΄ 103), καθώς και σε σχετικές συστάσεις που έχουν απευθύνει στη χώρα οι αρμόδιοι διεθνείς οργανισμοί και ιδίως ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) στο πλαίσιο της Τρίτης Αξιολόγησης για την εφαρμογή της Σύμβασης του ΟΟΣΑ για την καταπολέμηση της δωροδοκίας στις διεθνείς επιχειρηματικές συναλλαγές.
Δεν πρόκειται άλλωστε για τη μόνη δέσμευση της Ελληνικής Δημοκρατίας, η οποία μετέχει ενεργώς στην κοινή προσπάθεια της παγκόσμιας κοινότητας για την καταπολέμηση της διαφθοράς. Η σχετική υποχρέωση συμπληρώνεται από πλήθος μη νομικώς δεσμευτικών διατάξεων, τις οποίες πάντως η Ελλάς έχει δεσμευθεί να τηρεί: μεταξύ αυτών το κεφάλαιο 9 των Κατευθυντηρίων Αρχών της Παγκόσμιας Τράπεζας για τη συμμόρφωση σε θέματα ακεραιότητας (2010), το κεφάλαιο 6 των Κατευθυντηρίων Αρχών του ΟΟΣΑ για τις πολυεθνικές επιχειρήσεις (2008), τον Οδηγό Καλής Πρακτικής του ΟΟΣΑ για τους Εσωτερικούς Ελέγχους, τη Συμμόρφωση και την Ηθική (2010) και την απόφαση 1729 (2010) της Ολομέλειας της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης. Δεν αγνοούνται επίσης πρωτοβουλίες της κοινωνίας των πολιτών, όπως οι Κανόνες Συμπεριφοράς του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου (ICC) για την καταπολέμηση της εκβίασης και της δωροδοκίας (2005), οι Αρχές του Παγκόσμιου Οικονομικού Forum για την αντιμετώπιση της διαφοράς (2005) και οι Επιχειρηματικές Αρχές για την αντιμετώπιση της διαφθοράς της Διεθνούς Διαφάνειας (2003). Πρόκειται για παροχή προστασίας από αδικαιολόγητη μεταχείριση σε πρόσωπα, τα οποία, χωρίς να εμπλέκονται τα ίδια στην τέλεση εγκλημάτων διαφθοράς, συμβάλλουν ουσιωδώς στην αποκάλυψη των εν λόγω εγκλημάτων με πληροφορίες που παρέχουν στις αρμόδιες διωκτικές Αρχές («μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος» «whistleblowers»). Βεβαίως, η ελληνική έννομη τάξη διαθέτει ήδη διατάξεις για την προστασία τέτοιων προσώπων, ωστόσο αυτές βρίσκονται εγκατεσπαρμένες σε πολλαπλά νομοθετήματα και συνήθως αγνοούνται, τόσο από τους εφαρμοστές του δικαίου, όσο και από τους ενδιαφερόμενους πολίτες. Με την προτεινόμενη διάταξη του άρθρου 45Β ΚΠΔ παρέχονται σημαντικά κίνητρα στα πρόσωπα που γνωρίζουν ή συμπεραίνουν επί τη βάσει συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών ότι τελούνται εγκλήματα διαφθοράς, να συμβάλουν στην αποκάλυψή τους και στη δίωξη των υπαιτίων. Τα εν λόγω πρόσωπα μπορούν με πράξη του αρμόδιου εισαγγελέα ή του Εισαγγελέα Εγκλημάτων Διαφθοράς να λαμβάνουν την ιδιότητα του «μάρτυρα δημοσίου συμφέροντος» και να απολαύουν ειδικής προστασίας για όσο χρόνο φέρουν την ως άνω ιδιότητα. Επίσης, θεσπίζεται υπέρ των εν θέματι προσώπων η δυνατότητα οριστικής αποχής από την άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος τους, σε περίπτωση που έχει κατατεθεί εναντίον τους (αμυντική) καταγγελία περί τελέσεως εκ μέρους τους ψευδορκίας, ψευδούς καταμήνυσης ή και συκοφαντικής δυσφημήσεως. Ωστόσο, για να μην περιορίζεται υπέρμετρα η δικαστική προστασία, την οποία ενδέχεται να επιζητήσει ο υπάλληλος που θεωρεί ότι οι πληροφορίες του μάρτυρα δημοσίου συμφέροντος προσβάλλουν την τιμή και την υπόληψή του: α) θεσμοθετείται δυνατότητα αποχής από την ποινική δίωξη (και δυνατότητα ανάκλησης της εισαγγελικής πράξης με την οποία προσδόθηκε η ιδιότητα του μάρτυρα δημοσίου συμφέροντος), β) ορίζεται ως προϋπόθεση περί οριστικής αποχής από την ποινική δίωξη, ότι η τελευταία δεν πρέπει να κρίνεται απαραίτητη για την προστασία του δημοσίου συμφέροντος και γ) απαιτείται προς τούτο ομοφωνία μεταξύ του αρμοδίου για τη δίωξη των οικείων εγκλημάτων εισαγγελέως πλημμελειοδικών και του Εισαγγελέως Εγκλημάτων Διαφθοράς. Σε περίπτωση μη επιτεύξεως της εν λόγω συμφωνίας ασκείται ποινική δίωξη και εφαρμόζονται κατά περίπτωση τα άρθρα 59 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και 366 παρ. 2 του Ποινικού Κώδικα».
Σύμφωνα με το άρθρο 32 του Ν. 3666/2008, σε εφαρμογή του οποίου τέθηκε η ως άνω διάταξη «1. Κάθε Κράτος Μέρος λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα, σύμφωνα με το εσωτερικό νομικό του σύστημα και με βάση τις δυνατότητές του, για την παροχή αποτελεσματικής προστασίας έναντι πιθανών αντιποίνων ή εκφοβισμού σε μάρτυρες και πραγματογνώμονες που καταθέτουν σε σχέση με αδικήματα που ορίζονται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση και, όπου αρμόζει, στους συγγενείς τους και σε άλλα πρόσωπα, που συνδέονται στενά με αυτούς. 2. Τα μέτρα που προβλέπονται στην παρ. 1 του παρόντος άρθρου μπορούν να περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, με την επιφύλαξη των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου, στα οποία συμπεριλαμβάνεται και το δικαίωμα σε μια δίκαιη δίκη και τα ακόλουθα: (α) Τη θέσπιση διαδικασιών για την προστασία της ζωής και της σωματικής ακεραιότητας των προσώπων αυτών, όπως, στο βαθμό που είναι απαραίτητο και εφικτό, με την εγκατάστασή τους σε άλλο μέρος και την έγκριση, όπου αρμόζει, της μη αποκάλυψης ή με την επιβολή περιορισμών στην αποκάλυψη πληροφοριών που αφορούν την ταυτότητα και το μέρος που βρίσκονται τα πρόσωπα αυτά, (β) Την πρόβλεψη αποδεικτικών κανόνων, ώστε να μπορούν οι μάρτυρες και οι πραγματογνώμονες να καταθέτουν με τρόπο που να μην θίγεται η ασφάλεια των προσώπων αυτών, όπως η έγκριση να δοθεί η κατάθεση με τη χρήση της τεχνολογίας επικοινωνιών, όπως βίντεο ή άλλο επαρκές μέσο. 3. Τα Κράτη Μέρη εξετάζουν τη δυνατότητα σύναψης συμφωνιών ή ρυθμίσεων με άλλα Κράτη για την εγκατάσταση σε άλλο μέρος των προσώπων που αναφέρονται στην παρ. 1 του παρόντος άρθρου. 4. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου θα ισχύουν και για τα θύματα, εφόσον αυτά είναι μάρτυρες. 5. Κάθε Κράτος Μέρος, υπό τον όρο της εσωτερικής νομοθεσίας του, θα παρέχει τη δυνατότητα παρουσίασης και εξέτασης των απόψεων και των ανησυχιών των θυμάτων σε κατάλληλα στάδια της ποινικής διαδικασίας κατά δραστών, με τρόπο που δεν θα θίγει τα δικαιώματα της υπεράσπισης.
Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 33 του ως άνω νόμου "Κάθε Κράτος Μέρος εξετάζει τη δυνατότητα ενσωμάτωσης στο εσωτερικό νομικό του σύστημα κατάλληλων μέτρων για την παροχή προστασίας έναντι αδικαιολόγητης μεταχείρισης σε οποιοδήποτε πρόσωπο καταγγέλλει καλόπιστα και με βάσιμους λόγους στις αρμόδιες αρχές, γεγονότα που αφορούν αδικήματα που ορίζονται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση".
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο πρώτο του Ν. 3560/2007 κυρώθηκε και έχει την ισχύ της παρ. 1 του άρθρου 28 του Συντ. η Σύμβαση ποινικού δικαίου για τη διαφθορά, που υπογράφτηκε στο Στρασβούργο στις 27 Ιανουαρίου 1999 και το Πρόσθετο Πρωτόκολλο στη Σύμβαση ποινικού δικαίου για τη διαφθορά, που υπογράφτηκε στο Στρασβούργο στις 15 Μαΐου 2003, σύμφωνα το προοίμιο της οποίας τα Κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης και τα άλλα Κράτη που υπογράφουν την παρούσα: Θεωρώντας ότι σκοπός του Συμβουλίου της Ευρώπης είναι να επιτευχθεί μεγαλύτερη ενότητα μεταξύ των μελών του. Αναγνωρίζοντας την αξία της προώθησης της συνεργασίας με τα άλλα Κράτη που υπογράφουν την παρούσα Σύμβαση πεπεισμένα για την ανάγκη της επιδίωξης, ως ζήτημα προτεραιότητας, μιας κοινής πολιτικής κατά του εγκλήματος που αποσκοπεί στην προστασία της κοινωνίας κατά της διαφθοράς, συμπεριλαμβανομένης της υιοθέτησης κατάλληλης νομοθεσίας και προληπτικών μέτρων τονίζοντας ότι η διαφθορά συνιστά απειλή για το κράτος του δικαίου, της δημοκρατίας και των ανθρώπινων δικαιωμάτων, υπονομεύει τη χρηστή διοίκηση, τη δίκαιη μεταχείριση και την κοινωνική δικαιοσύνη, στρεβλώνει τον ανταγωνισμό, παρεμποδίζει την οικονομική ανάπτυξη και θέτει σε κίνδυνο τη σταθερότητα των δημοκρατικών θεσμών και των ηθικών θεμελίων της κοινωνίας πιστεύοντας ότι μια αποτελεσματική καταπολέμηση της διαφθοράς απαιτεί αυξημένη, ταχεία και αποτελεσματική διεθνή συνεργασία σε ποινικά θέματα καλωσορίζοντας τις πρόσφατες εξελίξεις που προωθούν τη διεθνή κατανόηση και συνεργασία για την καταπολέμηση της διαφθοράς, συμπεριλαμβανομένων των ενεργειών των Ηνωμένων Εθνών, της Παγκόσμιας Τράπεζας, του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, του Οργανισμού Αμερικανικών Κρατών, του ΟΟΣΑ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης λαμβάνοντας υπόψη το Πρόγραμμα Δράσης κατά της Διαφθοράς που υιοθετήθηκε από την Επιτροπή Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης το Νοέμβριο 1996 μετά τις συστάσεις της 19ης Διάσκεψης Ευρωπαίων Υπουργών Δικαιοσύνης (Βαλέτα, 1994) υπενθυμίζοντας στο πλαίσιο αυτό, τη σημασία της συμμετοχής των Κρατών μη μελών στις δραστηριότητες του Συμβουλίου της Ευρώπης κατά της διαφθοράς και καλωσορίζοντας την πολύτιμη συνεισφορά τους στην υλοποίηση του Προγράμματος Δράσης κατά της Διαφθοράς υπενθυμίζοντας επίσης ότι η Απόφαση No 1 που υιοθετήθηκε από τους Ευρωπαίους Υπουργούς Δικαιοσύνης στην 21η Διάσκεψή τους (Πράγα, 1997) εισηγήθηκε την ταχεία υλοποίηση του Προγράμματος Δράσης κατά της Διαφθοράς και ζήτησε, συγκεκριμένα, τη σύντομη υιοθέτηση Σύμβασης ποινικού δικαίου που να προβλέπει τη συντονισμένη ποινικοποίηση πράξεων διαφθοράς, την αυξημένη συνεργασία για τη δίωξη αυτών των αδικημάτων, καθώς και αποτελεσματικό μηχανισμό Παρακολούθησης, προσιτό εξίσου τόσο σε Κράτη μέλη όσο και σε Κράτη μη μέλη λαμβάνοντας υπόψη ότι οι Αρχηγοί Κρατών και Κυβερνήσεων του Συμβουλίου της Ευρώπης αποφάσισαν, επ' ευκαιρία της Δεύτερης Διάσκεψης Κορυφής τους που έλαβε χώρα στο Στρασβούργο στις 10 και 11 Οκτωβρίου 1997, να αναζητήσουν κοινές απαντήσεις στις προκλήσεις που θέτει η αύξηση της διαφθοράς και υιοθέτησαν Πρόγραμμα Δράσης το οποίο, για να προωθηθεί η συνεργασία στην καταπολέμηση της διαφθοράς, συμπεριλαμβανομένων των διασυνδέσεών της με το οργανωμένο έγκλημα και το ξέπλυμα χρήματος, έδωσε οδηγίες στην Επιτροπή Υπουργών, μεταξύ άλλων, να διασφαλίσει την ταχεία ολοκλήρωση των διεθνών νομικών κειμένων σύμφωνα με το Πρόγραμμα Δράσης κατά της Διαφθοράς θεωρώντας επίσης ότι η Απόφαση (97) 24 σχετικά με τις 20 Κατευθυντήριες Αρχές για την Καταπολέμηση της Διαφθοράς, που υιοθετήθηκε στις 6 Νοεμβρίου 1997 από την Επιτροπή Υπουργών στην 101η Συνεδρίασή της, τονίζει την ανάγκη ταχείας ολοκλήρωσης της επεξεργασίας διεθνών νομικών κειμένων σύμφωνα με το Πρόγραμμα Δράσης κατά της Διαφθοράς. Ενόψει της υιοθέτησης από την Επιτροπή Υπουργών, στην 102η Συνεδρίασή της στις 4 Μαΐου 1998, της Απόφασης (98) 7 με την οποία εγκρίνονται η επιμέρους και η διευρυμένη συμφωνία που ιδρύει την «Ομάδα Κρατών κατά της Διαφθοράς-GRECO», που αποσκοπεί στη βελτίωση της ικανότητας των μελών της να καταπολεμούν τη διαφθορά παρακολουθώντας την εκπλήρωση των δεσμεύσεών τους στον τομέα αυτό, Συμφώνησαν τα ακόλουθα: [...]
Σύμφωνα επίσης με το άρθρο 22 του ως άνω νόμου που επιγράφεται «Προστασία συνεργατών δικαιοσύνης και μαρτύρων», «Κάθε Μέρος πρέπει να υιοθετήσει τα μέτρα που είναι απαραίτητα για να παράσχει αποτελεσματική και κατάλληλη προστασία για: α) αυτούς που καταγγέλλουν τα ποινικά αδικήματα που θεσπίζονται σύμφωνα με τα άρθρα 2 έως 14 ή που συνεργάζονται άλλως με τις ανακριτικές ή διωκτικές αρχές, β) μάρτυρες που καταθέτουν σχετικά με τα αδικήματα αυτά.
Ο ορισμός της διαφθοράς είναι δύσκολος και ατέρμονος και φυσικά δεν μπορεί να περιοριστεί και να νοηματοδοτηθεί μόνο μέσα στα αντικειμενικά πλαίσια ορισμένων αδικημάτων, όπως π.χ. η δωροδοκία, το ξέπλυμα βρώμικου χρήματος και το οργανωμένο έγκλημα. «Η διαφθορά είναι μία ατέλειωτη ιστορία του προσδιορισμού της» (the never ending history of definition - βλ. Χαράλαμπου Δημόπουλου, Η διαφθορά, σελ. 185). Θα μπορούσε, όμως, να την ορίσει κανείς ως παρακμή των σταθερών ηθικών αρχών μιας κοινωνίας, ως καρκίνωμα της κοινωνίας, ως τροχοπέδη στην ανάπτυξη, ως μια συμπεριφορά που παραβιάζει και υπονομεύει τους κανόνες του συστήματος της πολιτικής τάξης, ως προσβολή του δημοσίου συμφέροντος μέσω της διαφθοράς της πολιτικής εξουσίας, ως κατάχρηση της δημόσιας θέσης του διοικητικού στελέχους για ιδιωτικό κέρδος, ως και η «δωροδοκία καθώς και κάθε άλλη συμπεριφορά προσώπων, στα οποία έχει δοθεί εμπιστοσύνη προκειμένου να ασκούν αρμοδιότητες του δημόσιου ή ιδιωτικού τομέα και τα οποία παραβιάζουν τα καθήκοντά τους εκείνα, τα οποία προκύπτουν από το status που διαθέτουν (ως δημόσιοι λειτουργοί, ιδιωτικοί υπάλληλοι, ανεξάρτητοι φορείς) και που σκοπεύουν με αυτό τον τρόπο να αποκτήσουν πλεονεκτήματα κάθε είδους για τον εαυτό τους ή για άλλους» (βλ. ό.π., Δημόπουλου, σελ. 197-198, όπου και αναφέρει την άποψη του Ιταλού Υπουργού Δικαιοσύνης για την έννοια της διαφθοράς, στην 19η συνάντηση των Υπουργών Δικαιοσύνης του Συμβουλίου της Ευρώπης που πραγματοποιήθηκε στη Βαλέτα της Μάλτας την 14-15 Ιουνίου του έτους 1994, επίσης «Large-Scale Corruption: Definition, Causes, and Cures, Raul, Carvajal-Systemic Practice and Action Recearch», Volume 12 (4)-Aug. 1, 1999).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση χειρισθήκαμε ποινική υπόθεση του άρθρου 3 του Ν 4022/2011, «περί εκδίκασης πράξεων διαφθοράς Πολιτικών και Κρατικών Αξιωματούχων, υποθέσεων μεγάλου κοινωνικού ενδιαφέροντος και μείζονος Δημοσίου Συμφέροντος και άλλες διατάξεις», που αφορούσε τις νομικά χαρακτηρισθείσες πράξεις: 1) της απιστίας, σχετική με την υπηρεσία, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, από κοινού ή μη, κατ' εξακολούθηση ή μη, το αντικείμενο της οποίας έχει συνολική αξία μεγαλύτερη των 120.000 ευρώ, η οποία στρέφεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου, με επιτευχθέν όφελος και προκληθείσα ζημία που υπερβαίνουν τα 150.000 ευρώ και το αντικείμενο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, 2) της ηθικής αυτουργίας, από κοινού ή μη, κατ' εξακολούθηση ή μη στην υπ' αριθμ. 1 πράξη, 3) της παράβασης καθήκοντος, από κοινού ή μη, κατ' εξακολούθηση ή μη, 4) της ηθικής αυτουργίας, από κοινού ή μη κατ' εξακολούθηση ή μη στην υπ' αριθμ. 3 πράξη (άρθρα 13α΄, 263Α περ. δ΄, 26 παρ. 1α΄, 27, 45, 46 παρ. 1α΄, 94 παρ. 1, 98, 256 περ. γββ΄, 259 ΠΚ και 1 παρ. 1 του Ν 1608/1950 όπως τροπ. με την παρ. 5 άρθρου 4 του Ν 1738/1987 και με το άρθρο 2 του Ν 1877/1990 και αντικ. με την παρ. 1 του άρθρου 36 του Ν 2172/1993).
Ειδικότερα, η ως άνω υπόθεση αφορούσε πράξεις κακοδιαχείρισης και κατάχρησης εξουσίας στη ΔΕΗ ΑΕ και δη: α) ότι η ΔΕΗ ΑΕ, ως διαχειριστής ελληνικού δικτύου, διανομής ηλεκτρικής ενέργειας, δεν είχε συμμορφωθεί ως όφειλε με το περιεχόμενο της Οδηγίας ΕΕ 2003/54 και του Ν. 3426/2005, με αποτέλεσμα να νοθεύεται ο ανταγωνισμός, σε βάρος του δημοσίου συμφέροντος και σε όφελος των μελών της διοίκησής της, καθότι η ως άνω εταιρία εμφάνιζε μεγαλύτερα κέρδη, και τα bonus των τελευταίων ήταν δεκάδων ή και εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ. β) Η υπουργική απόφαση του ΥΠΕΚΑ με στοιχεία Δ5/ΗΛ/Α/Φ17/631/15788 της 2.8.2011, με την οποία εγκρίθηκε η προσθήκη πρόσθετης ικανότητας παραγωγής ενέργειας, στην Κρήτη και στη Ρόδο, καθώς και σε οκτώ μη διασυνδεδεμένα νησιά, ύψους έξι περίπου εκατομμυρίων ευρώ, για την κάλυψη εκτάκτων αναγκών, του θέρους του έτους 2011, με την εγκατάσταση ενοικιαζόμενων ηλεκτρογεννητριών, από 1ης Ιουλίου του έτους 2011, από τη ΔΕΗ ΑΕ, η οποία βασίστηκε στην από 30.6.2011 γνωμοδότηση ΡΑΕ 25/2011, είναι παράνομη, καθότι το μεν δεν υφίσταται, μέχρι σήμερα, με ευθύνη της ΔΕΗ ΑΕ και της ΡΑΕ, Κώδικας Διαχείρισης Μη Διασυνδεδεμένων Νησιών, το δε η Κομισιόν δεν έχει εκδώσει καμία παρέκκλιση για τα απομονωμένα μικροδίκτυα της χώρας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 26 της Οδηγίας 2003/54/ΕΚ, με αποτέλεσμα τη νόθευση του ανταγωνισμού και την αύξηση του κόστους παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας στα νησιά. γ) Η διακήρυξη ΔΔ-193, του δημόσιου διαγωνισμού, για την «εγκατάσταση συστήματος τηλεμέτρησης μεγάλων πελατών χαμηλής τάσης» προϋπολογισμού πρώτης φάσης 33,5 εκατομμυρίων ευρώ και σε πλήρη ανάπτυξη περίπου 1,5 δις ευρώ, είχε συγκεκριμένες τεχνικές προδιαγραφές, αντίθετες με τις συνήθεις-κοινές ευρωπαϊκές προδιαγραφές, οι οποίες και απέκλειαν, εξ ορισμού, τις ενδιαφερόμενες γερμανικές εταιρίες ... και ..., τα προϊόντα των οποίων είχαν αυτά τα τελευταία συνήθη χαρακτηριστικά, με αποτέλεσμα τη νόθευση του ανταγωνισμού και τη συνακόλουθη περιουσιακή ζημία του ελληνικού δημοσίου με την αγορά των ως άνω μετρητών σε μεγαλύτερη τιμή. δ) Ότι η διοίκηση της ΔΕΗ ΑΕ όχι μόνο δεν θεσμοθέτησε υπηρεσία διαχείρισης κινδύνων (Risk Management Function), ώστε να αποτρέπονται φαινόμενα δωροδοκίας και διαφθοράς, σε βάρος της, όπως προβλέπεται από τον διεθνή κανονισμό ISO 31000, αλλά αντίθετα με την υπ' αριθμ. 119/2007 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της παρείχε ασφαλιστική κάλυψη αστικής ευθύνης, στα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, στα μέλη Συμβουλίων Διεύθυνσης, στους Γενικούς Διευθυντές και στους Διευθυντές ΒΟΚ, της εταιρίας για λόγους αδικοπραξίας, σφαλμάτων, παραλείψεων ή έλλειψης επιμέλειας, που μπορεί να επέλθουν από πταίσμα, παράβαση των υποχρεώσεών τους έναντι διατάξεων που επιβάλλονται από τη νομοθεσία, το καταστατικό της εταιρίας ή από κανονιστικές διατάξεις, πράξεων ή παραλείψεων αντίθετων με την αρχή της χρηστής διαχείρισης και της χρηστής συμπεριφοράς, όπως παράβαση καθήκοντος, παραβίαση νόμων/κανονισμών/καταστατικού της εταιρίας, αμέλεια, σφάλμα, παράλειψη, αδιακρισία, απροσεξία, λάθη, παραπλάνηση, κακή διαχείριση. Ειδικότερα καλύπτετο πλήρης νομική κάλυψη και τα έξοδα νομικής υποστήριξης των ασφαλιζόμενων στελεχών της ΔΕΗ, οικονομικές απαιτήσεις σε βάρος των ασφαλιζομένων, με ανώτατο όριο ευθύνης 50.000.000 ευρώ.
Η άνω υπόθεση διαφθοράς αναδείχτηκε αποκλειστικά, από την υπ' αριθμ. πρωτ. 252/12.1.2012 αναφορά-καταγγελία, του ως άνω αιτούντος Ε.Α., διπλωματούχου μηχανολόγου μηχανικού, που αυτός κατέθεσε στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου. Για την υπόθεση εκδόθηκε το υπ' αριθμ. 2301/2014 απαλλακτικό βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με σύμφωνη πρότασή μας, πλην όμως αυτό δεν αίρει το καλόπιστο και το βάσιμο των καταγγελιών, στο σύνολό τους, δεδομένου ότι για πολλές περιπτώσεις προτάθηκε η απαλλαγή για νομικούς και όχι ουσιαστικούς λόγους (βλ. πρότασή μας επί του ως άνω βουλεύματος). Ήδη δε για το θέμα των αδειοδοτήσεων, που οδηγούν σε ενοικίαση Η/Ζ για την κάλυψη των έκτακτων αναγκών στα νησιά, έχει σταλεί στη Βουλή των Ελλήνων η ως άνω δικογραφία, για το σκέλος που αφορά πιθανές ευθύνες του πρώην Υπουργού Περιβάλλοντος και Κλιματικής Αλλαγής Γ.Π. (βλ. 10ο φύλλο του ως άνω βουλεύματος).
Όπως προκύπτει από την ως άνω αίτηση και τα σχετικά δικαιολογητικά που προσκομίζει o Ε.Α., λόγω της ως άνω αναφοράς του, αλλά και για άλλες σχετικές, έχει υποστεί υπηρεσιακές διώξεις, οι οποίες είχαν σαν συνέπεια τον κλονισμό της ψυχικής του υγείας και την οικονομική και κοινωνική του υποβάθμιση με την αποστέρηση μισθών.
Επειδή η ως άνω αίτηση μπορεί να γίνει σε οποιοδήποτε στάδιο της ποινικής διαδικασίας και μετά την έκδοση της σχετικής απόφασης ή του σχετικού βουλεύματος, καθώς και μετά το πέρας της ποινικής διαδικασίας (εισήγηση Τριανταφύλλου σε επιμορφωτικό σεμινάριο στην Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών, Θεσσαλονίκη 26 και 27 Φεβρουαρίου του έτους 2015 με θέμα «Μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος» υπό την προεδρία του Εθνικού Συντονιστή για την καταπολέμηση της διαφθοράς, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε).
Επειδή η ως άνω καταγγελία κρίνεται άδολη και καλόπιστη και με βάσιμους, κατ' αρχήν, λόγους και όχι, στο σύνολό της, αντικειμενικά αναληθής (και εισήγηση Τριανταφύλλου, ό.π., όπου και αρκείται στο καλόπιστο και στο άδολο της καταγγελίας).
Επειδή αυτή αφορά σοβαρά εγκλήματα διαφθοράς υπαγόμενα σε κάθε περίπτωση στα συναφή εγκλήματα του ως άνω άρθρου 45Β ΚΠΔ.
Επειδή, ο ανωτέρω δεν εμπλέκεται, καθ' οιονδήποτε τρόπο, στις εν λόγω καταγγελθείσες πράξεις, δεν απέβλεπε σε ίδιον όφελος και συνέβαλε ουσιωδώς, με τις πληροφορίες που παρείχε στις διωκτικές αρχές, στην αποκάλυψη και δίωξη εγκλημάτων διαφθοράς.
Για τους λόγους αυτούς
Χαρακτηρίζουμε ως μάρτυρα δημοσίου συμφέροντος τον ως άνω αιτούντα Ε.Α., διπλωματούχο-μηχανολόγο μηχανικό, κάτοικο Παλαιού Φαλήρου Αττικής, επί της οδού …, προκειμένου να τύχει ουσιαστικής προστασίας έναντι κάθε μορφής αντιποίνων, οικονομικής —ηθικής— επαγγελματικής και κοινωνικής υποβάθμισης και απαξίωσης.
Ο Αντεισαγγελέας Εφετών Αθηνών
Ανδρέας Ι. Καραφλός
 
Αντί σχολιασμού:
 
Δυστυχώς, ο Ν. 4254/2014 (γνωστός ως νόμος Αθανασίου, με κακότεχνη νομοτεχνική, άλλως με εξόχως ύποπτες διατάξεις) περιορίζεται να παράσχει την ιδιότητα του μάρτυρα δημοσίου συμφέροντος σε όποιον συμβάλλει στην αποκάλυψη και δίωξη ΜΟΝΟ "Σε υποθέσεις σχετικές με τις αξιόποινες πράξεις των άρθρων 159, 159Α, 235, 236, 237 και 237Α του Ποινικού Κώδικα και τις συναφείς με αυτές πράξεις", δηλαδή δωροληψία και δωροδοκία πολιτικών αξιωματούχων, δωροληψία και δωροδοκία υπαλλήλου, δωροληψία και δωροδοκία δικαστικών λειτουργών, εμπορίας επιρροής και μεσάζοντες, και στις ΣΥΝΑΦΕΙΣ με αυτές πράξεις, και όχι εν γένει σε διάφορα εγκλήματα, ειδικά προσδιοριζόμενα, ή έστω κατόπιν πράξεως του αρμόδιου Εισαγγελέα, δηλαδή ενδεικτικά στα εγκλήματα της απιστίας στην υπηρεσία, ψευδούς βεβαίωσης, υπεξαίρεσης, απάτης, νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, κ.λπ., και δη εν γένει στα εγκλήματα με την επιβαρυντική περίσταση των καταχραστών του ελληνικού δημοσίου.
Σημειώνεται, δε, ότι την ιδιότητα του εν λόγω μάρτυρα (σύμφωνα με την γραμματική ερμηνεία του νόμου) αποκτά προφανώς μόνο όποιος συμβάλλει στην αποκάλυψη και δίωξη των παραπάνω αδικημάτων, που προβλέπονται στο άρθρο 45Β του Ποινικού Κώδικα, και των συναφών με αυτά άλλων αδικημάτων, που μπορεί να είναι μεγαλύτερης ακόμη ποινικής απαξίας, μόνον εάν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη και για τα τελευταία, και όχι αυτοτελώς, τουλάχιστον όπως μέχρι σήμερα έχει ερμηνευθεί από τους αρμόδιους Εισαγγελείς Διαφθοράς, κατά παράβαση όμως των διεθνών και ευρωπαϊκών δεσμεύσεων της Χώρας μας.
Ερμηνευτικά, όμως, και εναρμονισμένα πάντοτε με τις διεθνείς και ευρωπαϊκές δεσμεύσεις της Χώρας μας, σύμφωνα και με την παρατιθέμενη πράξη του κ. Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, την ιδιότητα του μάρτυρα δημοσίου συμφέροντος πρέπει να την αποκτά κάθε μάρτυρας που με τις δικές του άδολες ενέργειες έχει συμβάλει στην αποκάλυψη και δίωξη εν γένει εγκλημάτων διαφθοράς, όπως π.χ. ψευδής βεβαίωση και απιστία, με την επιβαρυντική περίσταση του νόμου περί καταχραστών του ελληνικού δημοσίου, που επισείουν ποινή ΙΣΟΒΙΟΥ ΚΑΘΕΙΡΞΕΩΣ, και συνεπώς όλες οι εισαγγελικές και δικαστικές αρχές (εισαγγελέας, ανακριτής) οφείλουν να ενημερώνουν σχετικά τον Εισαγγελέα Διαφθοράς, ώστε ο τελευταίος, ως οφείλει, να παράσχει την απαιτούμενη προστασία και με τον τρόπο αυτό να εμπεδώσει την πραγματική βούληση πάταξης της Διαφθοράς, επί της ουσίας, και ουχί τυπολατρικά, μεμονωμένα, ή επιλεκτικά.