Σάββατο, 6 Απριλίου 2013

Γνωμοδότηση για την χρήση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ενώπιον δικαστηρίου



(ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ)
Α.
Η ιστορική  και νομική βάση της αγωγής
(προεισαγωγικό σημείωμα)

1. Την 16.4.1998 η ενάγουσα υπέβαλε έγκληση κατά του εναγομένου για το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως, για το λόγο ότι ο εναγόμενος «είχε αποστείλει από το Φάξ του Δ.Σ. Γρεβενών, προς μία εφημερίδα, μία συκοφαντική ανώνυμη επιστολή». Επί της εγκλήσεως αυτής ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά του εναγομένου για το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως, κατ’ άρθρα 362-363 Π.Κ.
2. Ο εναγόμενος, κληθείς την 29.11.2000, σε απολογία για το ως άνω έγκλημα , αρνήθηκε, τόσο προφορικά, όσο και με το από 29.11.2000 εγχειρισθέν υπόμνημά του, ενώπιον της κ. Πταισματοδίκου Γρεβενών, «ότι είχα οιαδήποτε σχέση με το ανωτέρω δημοσίευμα, ούτε με το προαναφερθέν Φάξ», και δήλωσε ότι δεν ήταν αυτός ο συντάκτης και αποστολέας της ένδικης «ανώνυμης» επιστολής.
3. Μάλιστα, ισχυρίστηκε ότι «οιαδήποτε Αναφορά-Υπόμνημα είχα υποβάλει, σε βάρος της ενάγουσας, ήταν πάντοτε ενυπόγραφη και ότι την είχα υποβάλει αυτοπροσώπως»!!. Ωστόσο, μολονότι μοναδικός υπερασπιστικός του ισχυρισμός ήταν ότι «δεν ήταν αυτός ο συντάκτης και αποστολέας της «ανώνυμης» επιστολής», προσεκόμισε, εντούτοις, και επικαλέσθηκε με το από 29.11.2000 (απολογητικό) υπόμνημά του, μεταξύ άλλων εγγράφων, και : τρεις (3) Εκθέσεις Εφετών, οι οποίοι διενεργούσαν, σε βάρος της ενάγουσας, Προκαταρκτική Εξέταση, για το αν η τελευταία είχε υποπέσει σε πειθαρχικό παράπτωμα, καθώς και ένα Βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, με το οποίο η ενάγουσα είχε παραπεμφθεί στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι  ο εναγόμενος έθεσε στα ανωτέρω έγγραφα την προσωπική επαγγελματική του σφραγίδα.
 4. Εν συνεχεία, την 16.12.2003, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, στο οποίο ο εναγόμενος είχε παραπεμφθεί να δικαστεί, για την ανωτέρω κατηγορία, ισχυρίστηκε και πάλι ότι  την επιστολή δεν την έστειλε αυτός και ότι αν την έγραφε εκείνος, θα την υπέγραφε, γιατί ήξερε πολλά για την ενάγουσα. Την δε 23.9.2005, ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, εκδικαζομένης της Εφέσεως του εναγομένου κατά της καταδικαστικής, ως άνω, αποφάσεως, ο εναγόμενος προέβαλε και πάλι τον μοναδικό του ισχυρισμό ότι δεν ήταν αυτός ο συντάκτης και αποστολέας του δημοσιεύματος, ανεγνώσθησαν δε, μεταξύ άλλων, και τα προσκομισθέντα με το από 29.11.2000 υπόμνημα του εναγομένου και ευρισκόμενα εντός της δικογραφίας ανωτέρω έγγραφα.
5. Νομική βάση της αγωγής είναι η Αστική Ευθύνη φυσικού προσώπου κατά παράβαση του νόμου για την προστασία του ατόμου από την παράνομη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, κατ’ άρθρο 23 ν. 2472/97 και η παράνομη προσβολή της προσωπικότητας της ενάγουσας, κατ’ άρθρο. 57,59,914,932.

Β.
Τα ερωτήματα που μου τέθηκαν :

1.  α. ποια δεδομένα θεωρούνται ευαίσθητα και
     β. ποια είναι η έννοια της «επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» στον ν. 2472/97;
2. α. ποιες διατάξεις του ν. 2472/97 παραβιάσθηκαν από τον εναγόμενο;
     β. οι διατάξεις των άρθρων 57,59,914 και 919 Α.Κ. τυγχάνουν σωρευτικής ή αναλογικής εφαρμογής;
    γ. η αστική ευθύνη από το ν. 2472/97 είναι αντικειμενική ή νόθος αντικειμενική;
3. την ειδική υπόσταση ποίων εγκλημάτων από εκείνα που προβλέπονται στο άρθρο 22 ν. 2472/97 υποστασιοποίησαν οι πράξεις του εναγομένου;
4. α. τυγχάνουν, εν προκειμένω, εφαρμογής οι διατάξεις των άρθρων 358 και 364 Π.Κ.;
     β. ποια είναι η έννοια του «αρχείου δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» στον ν. 2472/97;

Γ.
Επ΄ αυτών λεκτέα τα εξής:
                                                                     
1.α.
1. Κατ’ άρθρο 2 εδ. β του ν. 2472/97, οι πληροφορίες που σχετίζονται με ποινικές διώξεις ή καταδίκες εντάσσονται στα ευαίσθητα δεδομένα από τον εθνικό νομοθέτη. Η ένταξη των  σχετικών με ποινικές διώξεις ή καταδίκες δεδομένων στην κατηγορία των ευαίσθητων δεν βρίσκεται σε αντίθεση με την συνταγματική αρχή της δημοσιότητας των δικαστικών αποφάσεων (άρθρο 93 παρ. 3 Σ.). Η συνταγματική αρμοδιότητα των ποινικών δικαστηρίων να απαγγέλλουν τις αποφάσεις τους σε δημόσια συνεδρίαση δεν θίγεται από την απαγόρευση της επεξεργασίας των ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων.
2. Άλλωστε, κάθε περαιτέρω επεξεργασία των ποινικών προσωπικών δεδομένων, κρίθηκε από τον εθνικό νομοθέτη ότι θίγει την αρχή του σκοπού, κατ’ άρθρο 4 παρ. 1 του ένδικου νόμου, η οποία έχει, επίσης, συνταγματικό έρεισμα στο άρθρο 9Α του Συντάγματος.
3. Μάλιστα, ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα αποτελούν ακόμη και οι αθωωτικές αποφάσεις, διότι στο «σκεπτικό» μιας αθωωτικής απόφασης, ενδέχεται να περιέχονται και ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα και γι’ αυτό η περαιτέρω επεξεργασία τους απαγορεύεται. Σύμφωνα δε με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, η έννοια της ποινικής κατηγορίας διευρύνεται, καταλαμβάνοντας ακόμη και διοικητικές κυρώσεις (φορολογικές και πειθαρχικές, βλ. τις υποθέσεις Lutz, Benendoun), με τις οποίες επιβάλλονται «κρυπτοποινές».
4. Κριτήρια υπαγωγής μιας αστικής ή διοικητικής υπόθεσης στην κατηγορία των ποινικών υποθέσεων (κατά την οποία εφαρμόζεται το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ) είναι: α. η γενικότητα της κύρωσης, β. ο αποτρεπτικός και συνάμα ο κυρίως «κατασταλτικός» χαρακτήρας της κύρωσης και γ. η σοβαρότητα της κύρωσης (π.χ. σημαντικό πρόστιμο ή/και επιβολή πειθαρχικής ποινής).
5. Στις περιπτώσεις αυτές, ως εν προκειμένω, στην έννοια της ποινικής καταδίκης εμπεριέχεται, κατά διασταλτική ερμηνεία του όρου, και η προσωπική πληροφορία που αφορά διοικητική ή πειθαρχική κύρωση, η οποία συνιστά «κρυπτοποινή». Επομένως, κατά σύμφωνη με τη νομολογία του ΕΔΔΑ ερμηνεία του νόμου, στα ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα εμπίπτει και η κατηγορία των διοικητικών κυρώσεων, που αποτελούν «κρυπτοποινές», πολλώ μάλλον η κατηγορία των πειθαρχικών κυρώσεων και αγωγών.
6. Μάλιστα, προς τις ανωτέρω ερμηνευτικές κατευθύνσεις, συμφωνεί και η επίσημη ερμηνεία των όρων, στην οποία προβαίνει η Αρχή, με το έντυπο 2.0. (Γνωστοποίηση τήρησης αρχείου), στο οποίο θεωρεί ως δεδομένα ποινικών διώξεων: Καταγγελίες, Διώξεις, Διοικητικά Μέτρα, Διοικητικές ποινές, Παραβιάσεις Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, Δεδομένα Ποινικού Μητρώου.

1.β.
1. Κεντρικό ρόλο στη διάρθρωση της προστασίας των προσωπικών δεδομένων διαδραματίζει η έννοια της επεξεργασίας. Ο τεχνικός όρος της επεξεργασίας εισάγεται και για να υπενθυμίσει ότι ο νόμος έλκει την καταγωγή του από τον πληροφορικό κλάδο της ασφάλειας πληροφοριακών συστημάτων, με πρόσθετο σκοπό την ασφάλεια των Αρχείων της χώρας, αυτοματοποιημένων και μη.
2. Η μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία προϋποθέτει τη σύσταση και λειτουργία αρχείου προσωπικών δεδομένων. Ως επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ορίζεται από τον νόμο η πραγματοποίηση κάθε εργασίας ή σειράς εργασιών με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και η εφαρμογή τους σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα. Με τον ευρύτατο αυτό ορισμό αποδίδεται η οποιαδήποτε επέμβαση τρίτου σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, η οποία μπορεί είτε να επηρεάσει τη σχέση ανάμεσα στα προσωπικά δεδομένα και στο «περιβάλλον» τους (π.χ. συλλογή, καταχώριση, οργάνωση, διατήρηση, χρήση, διαβίβαση, διάδοση, συσχέτιση, διασύνδεση, δέσμευση), είτε να επηρεάσει τα ίδια τα δεδομένα. Το πρόσωπο δε που πραγματοποιεί εργασίες και τις εφαρμόζει σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα μπορεί να είναι είτε ο υπεύθυνος επεξεργασίας, είτε ο εκτελών την επεξεργασία είτε ο τρίτος.
3.Υιοθετώντας ο νόμος τον ως άνω ορισμό για την επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων, (πραγματοποίηση εργασίας ή σειράς εργασιών και εφαρμογή επί δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα), προσδιορίζει σαφέστερα τα εννοιολογικά στοιχεία της, περιλαμβάνοντας έναν κατάλογο εργασιών οι οποίες, εφαρμοζόμενες σε προσωπικά δεδομένα, και δη ευαίσθητα, συνιστούν κάθε μία από αυτές χωριστά, αλλά και σε συρροή μεταξύ τους «επεξεργασία».
4. Συνεπώς, κατ’ άρθρο 2 εδ. δ΄ του ένδικου νόμου, η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, δεν άρχεται και δεν ολοκληρώνεται στην παράνομη χρήση και επεξεργασία τους, ενώπιον των Εισαγγελικών και Δικαστικών Αρχών, εκ μέρους του εναγομένου, αλλά συμπεριλαμβάνει και τις πρότερες εργασίες και τα βήματα του ανωτέρω καταλόγου εργασιών, ήτοι την προηγούμενη συλλογή, καταχώριση, οργάνωση, διατήρηση, χρήση, διαβίβαση, διάδοση και συσχέτισή τους.
5. Αλλά και  του σταδίου της συλλογής των δεδομένων προηγείται η φάση της αναζήτησης, της λήψης γνώσης για την ύπαρξή τους, της εύρεσής τους και της υλικής λήψης τους, με πρόθεση περαιτέρω επεξεργασίας. Ωστόσο, ο νόμος κατονομάζει ως πρώτη χρονικά μορφή επεξεργασίας τη συλλογή των δεδομένων. Πρόκειται για πλάσμα δικαίου, το οποίο επιβάλλει την εφαρμογή όλων των διατάξεων που διέπουν την επεξεργασία δεδομένων, και στο προ-στάδιο της συλλογής τους.
6. Στο σημείο τούτο, αξίζει να επισημανθεί η εξής διάκριση : στην επεξεργασία με τη στενή έννοια, (περαιτέρω επεξεργασία), θα μπορούσαν να υπαχθούν εργασίες που εφαρμόζονται σε προσωπικά δεδομένα και έχουν σκοπό να επηρεάσουν τα ίδια τα δεδομένα. Στην επεξεργασία με την ευρεία έννοια υπάγονται οι εργασίες που επηρεάζουν τη σχέση των δεδομένων με το «περιβάλλον» τους, δηλ. με το σύνολο των συνθηκών, στο οποίο είναι ενταγμένα κατά την ανεύρεσή τους, από το οποίο «μετατοπίζονται», προκειμένου να συλλεχθούν, να καταχωριστούν σε ένα άλλο σύνολο «περιβάλλον», να υπαχθούν σε οργάνωση, να γίνουν αντικείμενο διατήρησης ή χρήσης, να διαβιβασθούν σε τρίτους, να συσχετισθούν με άλλα δεδομένα, να διασυνδεθούν με άλλα δεδομένα ή αρχεία δεδομένων, να υποστούν δέσμευση. Ο νόμος, πάντως, προβλέπει ενιαίες ρυθμίσεις για κάθε μορφή επεξεργασίας, (βλ. Β. Αραβαντινού, Η προστασία των στοιχείων προσωπικού χαρακτήρα από την αθέμιτη επεξεργασία τους με ηλεκτρονικό υπολογιστή - Συμβολή στη Δικαιοκυβερνητική, Αθήνα-Κομοτηνή, 1997).
7. Η δε φάση της συλλογής προηγείται σε σχέση με την επεξεργασία υπό την στενή έννοια. Η συλλογή, (όπως στην προκειμένη περίπτωση, των Εκθέσεων Πειθαρχικών Διώξεων της ενάγουσας, καθώς και του ένδικου Βουλεύματος), στοιχειοθετείται από τη στιγμή που ο πραγματοποιών την επεξεργασία αναζητά τα προσωπικά δεδομένα. Δηλ. οι διατάξεις που καθορίζουν τους όρους, υπό τους οποίους η συλλογή προσωπικών δεδομένων είναι νόμιμη, πρέπει να εφαρμόζονται ήδη κατά το στάδιο της πρώτης λήψης ή περαιτέρω επεξεργασίας τους.
8. Το στάδιο επεξεργασίας, που κατά λογική ακολουθία, έπεται της συλλογής των προσωπικών δεδομένων, εφόσον αυτά ανευρεθούν ως καταγεγραμμένες πληροφορίες ή καταγραφούν από τον συλλέγοντα, είναι η καταχώρισή τους. Η καταχώριση είναι η ένταξη των προσωπικών δεδομένων στη σφαίρα γνώσης του πραγματοποιούντα την επεξεργασία ή και η επέμβαση του τελευταίου με σκοπό τη λήψη γνώσης αυτών, την απλή διατήρηση ή και την περαιτέρω επεξεργασία τους.
9. Η καταχώριση μπορεί να γίνεται με εγγραφή, αντιγραφή, ή αυτούσια (corpore) τοποθέτηση των προσωπικών δεδομένων σε ένα πληροφοριακό σύστημα, έστω και στιγμιαία. Έτσι, η δημοσίευση προσωπικών δεδομένων σε ένα έντυπο ή η δημοσιοποίησή τους μέσω ενός ηλεκτρονικού μέσου ενημέρωσης, όπως εγένετο και στην παρούσα υπόθεση, δια της αποστολής μέσω fax της ύπερθεν συκοφαντικής «ανώνυμης» επιστολής, στην εφημερίδα «ΑΔΕΣΜΕΥΤΟΣ ΤΥΠΟΣ», αποτελεί καταχώρηση, σε συρροή, βέβαια, με την εργασία της διάδοσης.
10. Η έννοια της οργάνωσης προσωπικών δεδομένων είναι στενά συνυφασμένη με την ύπαρξη αρχείου. Ωστόσο, είναι δυνατή η ύπαρξη οργάνωσης και χωρίς την ύπαρξη αρχείου, βασική έννοια του οποίου είναι το στοιχείο της διατήρησης. Η διατήρηση ή αποθήκευση των προσωπικών δεδομένων είναι άρρηκτα συνυφασμένη με τον εννοιολογικό πυρήνα του αρχείου. Η καταχώριση που αποκτά χρονικές διαστάσεις σε συνδυασμό με τη στοιχειώδη διάρθρωση των δεδομένων σε ένα σύνολο συνθέτει την έννοια του αρχείου, όπως τούτο ορίζεται από τον νόμο. Η επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων, που συνιστά διατήρηση, διέπεται, εκτός από τις άλλες αρχές, που ορίζουν τη νομιμότητα της επεξεργασίας σε επίπεδο ποιοτικών χαρακτηριστικών των δεδομένων, και από την αρχή της ακρίβειας και την αρχή της χρονικά πεπερασμένης διατήρησης των δεδομένων.
11. Για τη στοιχειοθέτηση της τροποποίησης προσωπικών δεδομένων απαιτείται η επέμβαση στον φορέα εγγραφής του δεδομένου, κατά τρόπο ώστε να επηρεάζεται είτε η αποτύπωση του δεδομένου είτε το διανόημα, (σημαινόμενο), που αυτό εμπεριέχει, (π.χ. με τη συσχέτισή του με άλλα προσωπικά δεδομένα, άσχετα το καθένα μεταξύ τους, χωρίς επέμβαση στην αποτύπωση αυτή καθεαυτή), με ή χωρίς επέμβαση στην αποτύπωσή του.
12.  Όσον αφορά δε στην έννοια «χρήση προσωπικών δεδομένων», ο όρος «χρήση»  είναι ο πιο γενικός από όλες τις έννοιες, που συνιστούν εργασίες υπαγόμενες στην ευρύτερη έννοια της επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων. Ο νομοθέτης, κοινοτικός και εθνικός, υιοθέτησε τον εν λόγω όρο, ακριβώς για να περιληφθούν στην έννοια της επεξεργασίας, ακόμα και οι περιπτώσεις εφαρμογών που δεν κατονόμασε στον ενδεικτικό κατάλογο επεξεργασιών. Άλλωστε, με τη συνταγματική αναθεώρηση του 2001, η χρήση προσωπικών δεδομένων αυτονομήθηκε από την ευρύτερη έννοια της επεξεργασίας, καθώς στο άρθρο 9Α Σ. προβλέπεται ότι «καθένας έχει δικαίωμα προστασίας από τη συλλογή, την επεξεργασία και τη χρήση των προσωπικών του δεδομένων». Στην πρώτη φάση υπάγεται η συλλογή, στη δεύτερη φάση η stricto sensu επεξεργασία, που διεξάγεται αποκλειστικά εντός της σφαίρας επέμβασης του υπεύθυνου επεξεργασίας και στην τρίτη φάση η χρήση, που δε διεξάγεται αποκλειστικά εντός της σφαίρας επέμβασης του υπεύθυνου επεξεργασίας.
13.  Με τον όρο διάδοση ή κάθε άλλης μορφή διάθεση προσωπικών δεδομένων εννοεί ο νόμος τη μετάδοση των δεδομένων προς κάθε κατεύθυνση αποδεκτών. Δεν είναι δηλ. απαραίτητο η μετάδοση να γίνεται προς συγκεκριμένες κατηγορίες αποδεκτών, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της διαβίβασης. Η διάθεση ενέχει το στοιχείο της ενεργοποίησης της δυνατότητας προς δυνητικούς αποδέκτες για λήψη των προσωπικών δεδομένων, όπως π.χ. με τη δημοσίευση προσωπικών δεδομένων στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, δια της συντάξεως και αποστολής της ένδικης «ανώνυμης» επιστολής.
14.  Όσον αφορά στη συσχέτιση ή το συνδυασμό προσωπικών δεδομένων, δέον να αναφερθεί ότι αναφέρεται στην επεξεργασία, κατά την οποία περισσότερα προσωπικά δεδομένα συμπαρατίθενται, έρχονται σε σύνδεση ή αλληλεξάρτηση, με οποιονδήποτε τρόπο, (π.χ. συγκαταχώρηση-συγκατάθεση), με σκοπό τη δυνατότητα εξαγωγής «πορισματικού» δεδομένου. Με τη συσχέτιση ή/και τον συνδυασμό ο πραγματοποιών την επεξεργασία δημιουργεί μια σχέση νοηματικής ή εξωτερικής συνάφειας ανάμεσα στα δεδομένα που επεξεργάζεται. Τούτο συμβαίνει και στην παρούσα υπόθεση, όπου ο εναγόμενος προέβη στη συλλογή και συν-κατάθεση, με το από 29.11.2000 υπόμνημά του, ενώπιον της κ. Πταισματοδίκου Γρεβενών, πλειόνων του ενός ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων της ενάγουσας, προερχομένων παρανόμως από περισσότερες διαφορετικές πηγές, άνευ αδείας της Αρχής, (αρχεία της Εισαγγελίας και των Δικαστικών Αρχών, αρχεία που τηρούνται οι πειθαρχικές διώξεις και αγωγές).
15. Συνεπώς, οι ανωτέρω πράξεις-βήματα-εργασίες του εναγομένου, κατά ρητή επιταγή του νόμου, ενέχουν αυτοτελή απαξία, από εκείνη της χρήσης τους, ενώπιον των Εισαγγελικών και Δικαστικών Αρχών, υπέχει δε ο εναγόμενος, για τις ως άνω πράξεις, αυτοτελή αστική ευθύνη.
2. α.
1. Σύμφωνα  με το άρθρο 23 του νόμου 2472/97, 1. «Φυσικό πρόσωπο ή νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, που κατά παράβαση του παρόντος νόμου, προκαλεί περιουσιακή βλάβη υποχρεούται σε πλήρη αποζημίωση. Αν προκάλεσε ηθική βλάβη, υποχρεούται σε χρηματική ικανοποίηση. Η ευθύνη υπάρχει και όταν ο υπόχρεος όφειλε να γνωρίζει την πιθανότητα να επέλθει βλάβη σε άλλον». 2. «Η κατά το άρθρο 932 ΑΚ χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για παράβαση του παρόντος νόμου ορίζεται κατ’ ελάχιστο στο ποσό των δύο εκατομμυρίων (2.000.000) δραχμών, εκτός αν…». «Η χρηματική αυτή ικανοποίηση επιδικάζεται ανεξαρτήτως από την αιτούμενη αποζημίωση για περιουσιακή βλάβη».
2. Ειδικότερα, οι προϋποθέσεις ευθύνης του εναγομένου, κατ’ άρθρο 23 παρ.2 του νόμου 2472/97, είναι οι εξής:
α. παράβαση διάταξης του ν. 2472/97
β. ζημία (περιουσιακή ζημία ή ηθική βλάβη)
γ. αιτιώδης συνάφεια
δ. γνώση, (ή υπαίτια άγνοια), της πιθανότητας να επέλθει ζημία.
3. Εν προκειμένω, οι διατάξεις του ν. 2472/97, που παραβιάστηκαν και γεννούν την αστική ευθύνη του εναγομένου, τόσο κατ’ άρθρο 23 παρ. 1 και 2 του ένδικου νόμου, όσο και κατ’ άρθρο 57,59,914 και 919 Α.Κ., είναι οι εξής:
α. κατ’  άρθρο 22 παρ. 2 του Ν. 2472/97, «Όποιος κατά παράβαση του άρθρου του παρόντος νόμου διατηρεί αρχείο χωρίς άδεια ή κατά παράβαση των όρων και προϋποθέσεων της άδειας της Αρχής, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή τουλάχιστον ενός εκατομμυρίου (1.000.000) δραχμών έως πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών»
β. κατά την παράγραφο 4 του άρθρου 22, «Όποιος χωρίς δικαίωμα επεμβαίνει με οποιονδήποτε τρόπο σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή λαμβάνει γνώση των δεδομένων αυτών ή τα αφαιρεί, αλλοιώνει, βλάπτει, καταστρέφει, επεξεργάζεται, μεταδίδει, ανακοινώνει, τα καθιστά προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα ή επιτρέπει στα πρόσωπα αυτά να λάβουν γνώση των εν λόγω δεδομένων, ή τα εκμεταλλεύεται με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή και αν πρόκειται για ευαίσθητα δεδομένα με φυλάκιση και χρηματική ποινή τουλάχιστον ενός (1) ενός εκατομμυρίου (1.000.000) δραχμών έως δέκα εκατομμυρίων (10.000.000) δραχμών, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα από άλλες διατάξεις».
γ. κατ’ άρθρο 57 Α.Κ., «Όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον….Αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται».
δ. κατ’ άρθρο 59 Α.Κ., «Στις περιπτώσεις των δύο προηγούμενων άρθρων [57,58] το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί. Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε ο,τιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις».
ε. κατ’ άρθρο 914 Α.Κ., «Όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει».
ζ. κατ’ άρθρο 932 Α.Κ., «Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή…της τιμής ή της αγνείας του και στερήθηκε την ελευθερία του».
2.β.
1. Η σωρευτικά εφαρμοζόμενη διάταξη του άρθρου 57 Α.Κ. παρέχει ευρεία προστασία της προσωπικότητας, με την έννοια ότι εκτείνεται σε κάθε πτυχή της, κι όχι μόνο στην καταγεγραμμένη ή καταγράψιμη, η οποία προστατεύεται με τη νομοθεσία για τα προσωπικά δεδομένα, οι δε προβλεπόμενες αξιώσεις από την προσβολή της είναι, μεταξύ άλλων, και η αξίωση άρσης της προσβολής και η αξίωση μη επανάληψης της προσβολής στο μέλλον. Συνεπώς, ο θιγόμενος μπορεί να ασκήσει σωρευτικά τις αξιώσεις του από το άρθρο 23 του ν.2472/97 και την, εν λόγω, ερειδόμενη στο άρθρο 57 Α.Κ., αξίωση παράλειψης μελλοντικής επανάληψης της προσβολής με τη λήψη των απαιτούμενων από τον νόμο μέτρων προστασίας των προσωπικών δεδομένων.
2. Δέον δε να σημειωθεί ότι η νομολογιακή λύση που έχει προκριθεί δεν είναι η κατ’ αναλογία εφαρμογή των διατάξεων, αλλά η άμεση εφαρμογή των γενικών διατάξεων του Α.Κ. (ΠολΠρωτ.Αθ. 3058/2003-αδημοσίευτη).
2.γ.
1. Εξάλλου, η ευθύνη από παράβαση του νόμου καταστρώνεται ως αποζημιωτική και αποτελεί εξειδίκευση της σχετικής αξίωσης που έχει ο προσβληθείς από το άρθρο 57 Α.Κ.. Στο δε άρθρο 23 του ένδικου νόμου δεν υπάρχει καμία αναφορά σε «υπαίτια» συμπεριφορά του υπόχρεου, (a contrario προς τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. Α.Κ.), με αποτέλεσμα να αρκεί η επέλευση της ζημίας λόγω «παράβασης του νόμου». Συνεπώς, η ευθύνη του υπόχρεου σε αποζημίωση είναι, κατ’ αρχήν, γνήσια αντικειμενική.
2. Όσον αφορά στην ευθύνη του εναγομένου-υπόχρεου για χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης, η ευθύνη, είναι επίσης, αντικειμενική, ως προς δε το ελάχιστο επιδικαζόμενο ποσό της χρηματικής ικανοποιήσεως καταστρώνεται ως νόθος αντικειμενική.
3. Συνεπώς, κατά την παρ. 2 εδ. α΄  του ιδίου άρθρου, η αμέλεια, (αν γίνει επίκλησή της), πρέπει να αποδειχθεί από τον εναγόμενο, λόγω της αντιστροφής του βάρους της αποδείξεως, η οποία απορρέει από τον προστατευτικό χαρακτήρα του νομοθετήματος και την αρχή «εν αμφιβολία, υπέρ του υποκειμένου». Άλλωστε, η εν λόγω αρχή εισάγει εξαίρεση από τον γενικό κανόνα κατανομής του βάρους της αποδείξεως, το οποίο σύμφωνα με το δικονομικό δίκαιο υπέχει εκείνος, ο οποίος επικαλείται ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των ευνοϊκών γι’ αυτόν κανόνων δικαίου. Στην περίπτωση της προσφυγής ενώπιον της Αρχής, ή ενώπιον των πολιτικών Δικαστηρίων, ο υπεύθυνος επεξεργασίας, (και όχι το υποκείμενο), είναι εκείνος, ο οποίος φέρει το βάρος της απόδειξης ότι η επεξεργασία είναι σύννομη, (βλ. Αρμαμέντος/Σωτηρόπουλος, Προσωπικά Δεδομένα, ΕρμΝ. 2472/97, 2005). Μάλιστα, κατά τον Μ. Σταθόπουλο, «για ορισμένες κυρώσεις, ιδίως διοικητικής φύσης ή αποκατάστασης in natura ή και χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη, η ευθύνη πρέπει να είναι αντικειμενική. Τούτο ανταποκρίνεται καλύτερα στην πρόθεση του νομοθέτη να επεκτείνει τον έλεγχο στην αφετηρία, στα ίδια τα γεγονότα της συλλογής και κατοχής της πληροφορίας, γεγονότα που τα θεωρεί πηγή κινδύνων για τα υποκείμενα», (βλ. Μ. Σταθόπουλος, Η χρήση προσωπικών δεδομένων και η διαπάλη μεταξύ ελευθεριών των κατόχων τους και ελευθεριών των -υποκειμένων τους, ΝοΒ 48 –2000- σ. 17).
4. Η αστική ευθύνη, δηλ. από την παράβαση των διατάξεων του ν. 2472/97 είναι αντικειμενική ευθύνη από διακινδύνευση, προς τούτο δε καθιερώνεται, όπως και σε ανάλογες περιπτώσεις, η εκδίκαση των απαιτήσεων του άρθρου 23 του ένδικου νόμου, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 664-676 ΚΠολΔ. Όλη δε η διαδικασία της εκδίκασης διέπεται από τις ανωτέρω διατάξεις του ΚπολΔ. (Την άποψη αυτή δέχεται ορθά και σταθερά η νομολογία: 36/2003, Ειρ. Ν.Ιωνίας, 6126/2004 ΠολΠρωτΑθ., 147/2003 Εφ.Αθ., 2090/2003 ΠολΠρωτΑθ.).
5. Δικαιούχος αποζημίωσης είναι το φυσικό πρόσωπο, το οποίο υπέστη ζημία από παραβάσεις του νόμου, ακόμη δε και το πρόσωπο, το οποίο υπέστη βλάβη λόγω της παράνομης επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων τρίτων, (βλ. Ι. Ιγγλεζάκη, Ευαίσθητα Προσωπικά Δεδομένα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2003, σ. 282 με περαιτέρω παραπομπές στη γερμανική βιβλιογραφία).
6. Όσον αφορά στον υπόχρεο σε αποζημίωση, τα φυσικά πρόσωπα που ενέχονται βάσει της παρ. 1, για παράβαση του Νόμου 2472/97, πρέπει να είναι φορείς της ιδιωτικής εξουσίας. Μπορεί να είναι ο υπεύθυνος επεξεργασίας, ή ο εκτελών την επεξεργασία ή ο τρίτος ή ο αποδέκτης. Επίσης, μπορεί να είναι και οποιοσδήποτε άλλος που παρενεβλήθη χωρίς δικαίωμα στην επεξεργασία, ακόμη κι αν ενεπλάκη εντελώς «άτυπα» και προκάλεσε τη ζημία.
7.  Ως προς τη διαφορά της παραγράφου 2 του άρθρου 23 από το άρθρο 932 Α.Κ., δέον να τονισθεί ότι : α. η ευθύνη κατ’ άρθρο 23 είναι αντικειμενική και (νόθος) αντικειμενική, ενώ κατά το άρθρο 932 είναι πταισματική, β. αν το Δικαστήριο διαπιστώσει την επέλευση ηθικής βλάβης στον παθόντα από παράβαση του ένδικου νόμου, υποχρεούται να επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση, (πλήρης αποζημίωση), ενώ στην περίπτωση του άρθρου 932 Α.Κ., το Δικαστήριο έχει απλώς την ευχέρεια να την επιδικάσει (εύλογη αποζημίωση), γ) στην περίπτωση του άρθρου 23 παρ. 2, ο νομοθέτης ερμηνεύει αυθεντικά την έννοια του «ευλόγου» της αποζημίωσης, εν προκειμένω, κατ’ αποτέλεσμα, πλήρους αποζημίωσης, για την περίπτωση της παράβασης της νομοθεσίας για την προστασία του ατόμου από την παράνομη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.
8.  Όσον αφορά δε στην ηθική βλάβη, αυτή είναι η αντανάκλαση της προσβολής της προσωπικότητας στον εσωτερικό κόσμο του προσβαλλόμενου προσώπου. Εφόσον η προσβολή της προσωπικότητας έχει ως αποτέλεσμα τη ψυχική στεναχώρια, την αρνητική ψυχολογική φόρτιση, την απογοήτευση, τη δημιουργία ψυχικών τραυμάτων, όπως είναι η κατάθλιψη ή η κατατονία, συντρέχει πρόκληση ηθικής βλάβης, (βλ. Α. Πατεράκη, Η χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, Αθήνα, 2001). Πάντως, εν προκειμένω, η χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη είναι ανεξάρτητη περίπτωση αποζημίωσης, όπως ρητά αναφέρει και το εδάφιο 2 της παρ. 2 του άρθρου 23, και καθορίζεται ως πλήρης.
9. Μάλιστα, η διάταξη του  ένδικου νόμου περί θέσπισης κατώτατου ποσού χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, τελολογικά ερμηνευόμενη, σκοπό έχει να διασφαλίσει μια ελάχιστη προστασία των πολιτών από επεμβάσεις στα προσωπικά δεδομένα, γι’ αυτό και είναι απολύτως σύμφωνη προς τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 9Α του Σ, (βλ. και (ΠολΠρωτΑθ. 6126/2004, αδημ. τελεσίδικη).
10. Ως προς δε τη γνώση, (ή υπαίτια άγνοια), της πιθανότητας να επέλθει ζημία, σημειώνεται ότι με το εδάφιο 3 της παρ. 1 του άρθρου 23 ορίζεται το όριο της αντικειμενικής ευθύνης του παραβάτη. Ο ενεχόμενος σε αποζημίωση για παράβαση του νόμου, ευθύνεται «και όταν όφειλε να γνωρίζει την πιθανότητα να επέλθει βλάβη σε άλλον». Σε κάθε περίπτωση, δηλαδή, δεν διερευνάται η ύπαρξη πταίσματος, αλλά εφόσον εκείνος αποδείξει ότι τελούσε σε ανυπαίτια άγνοια της πιθανότητας να επέλθει ζημία, τότε, και μόνον τότε, η ευθύνη του σχετικοποιείται.
3.
1. Η εγχείριση των ανωτέρω εγγράφων, συνυποβληθέντων με το  από 29.11.2000 απολογητικό υπόμνημα του εναγομένου, ενώπιον της κ. Πταισματοδίκου Γρεβενών, που τυποποιεί αφενός την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της παρ. 2 και 6 και αφετέρου εκείνου της παρ. 4 και 6 ν. 2472/97 στοιχειοθετούν την παράνομη επεξεργασία ευαίσθητων προσωπικών της ενάγουσας, από τον εναγόμενο, καθώς οι ανωτέρω πράξεις πληρούν, εξ ολοκλήρου, την νομοτυπική-ειδική αντικειμενική και υποκειμενική, υπόσταση των ανωτέρω εγκλημάτων, προβλεπομένων στο άρθρο 22 παρ. 2,4 και 6 του ν. 2472/97, το οποίο αποτελεί την προσαρμογή του Έλληνα νομοθέτη στην οδηγία 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.
2. Και η ως άνω στοιχειοθέτηση είναι δεδομένη διότι η εκ μέρους του εναγομένου,  προηγούμενη συλλογή και γνώση των προσωπικών δεδομένων και εκ μέρους του τήρηση αρχείου χωρίς άδεια ή κατά παράβαση των όρων και προϋποθέσεων της άδειας της Αρχής, είναι παράνομη, όπως άλλωστε και η, εκ μέρους του, εκμετάλλευσή τους, προκειμένου να βλάψει την τιμή, υπόληψη, καθώς και τον πληροφοριακό αυτοκαθορισμό της ενάγουσας. Συνυπολογιζομένης δε της ανακοίνωσης τους σε τρίτους αλλά και  του γεγονότος ότι έκτοτε κατέστησαν προσιτά, ευρισκόμενα εντός της δικογραφίας, σε μη δικαιούμενα πρόσωπα όπως και το ότι επετράπη υπό του εναγομένου τα πρόσωπα αυτά να λάβουν γνώση των εν λόγω δεδομένων, είναι προφανής όχι μόνον η παραβίαση των διατάξεων αλλά και η ένταση και η έκταση της παραβίασης.
3. Οι ανωτέρω δε πράξεις, όπως προαναφέρθηκε, προϋποθέτουν την πλήρωση και της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης της παραγράφου 2 του άρθρου 22, καθότι η εγχείριση των ανωτέρω σχετικών εγγράφων εκ μέρους του εναγομένου, καθώς και η προσαγωγή και η επίκλησή τους με το από 29.11.2000 υπόμνημά του, ενώπιον της κ. Πταισματοδίκου Γρεβενών, αποδεικνύει ότι ο εναγόμενος είναι κάτοχος αρχείου ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων της ενάγουσας. Μάλιστα,  προσκομίζοντας στην ανωτέρω Πταισματοδίκη απλά αντίγραφα των ως άνω αναφορών-εκθέσεων-πορισμάτων και του ενδίκου Βουλεύματος, έχοντας επιθέσει επ΄ αυτών και την επαγγελματική του σφραγίδα του, (!!!), συμπεραίνεται ότι κατέχει  αντίγραφα εκ των πρωτοτύπων σε αρχείο που παρανόμως και χωρίς άδεια της Αρχής διατηρεί.
4. Σύμφωνα με το άρθρο 19 του Συντάγματος,  στο οποίο προσετέθη με την αναθεώρηση του 2001 νέα παράγραφος, η υπ΄ αριθμ.  3, «Απαγορεύεται η χρήση αποδεικτικών μέσων που έχουν αποκτηθεί κατά παράβαση του άρθρου αυτού, [19 παρ.1 Σ.- «Το απόρρητο των επιστολών και της ελεύθερης ανταπόκρισης και επικοινωνίας με οποιονδήποτε άλλο τρόπο είναι απόλυτα απαραβίαστο. Νόμος ορίζει…η δικαστική αρχή δεν δεσμεύεται από το απόρρητο…ή για διακρίβωση ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων».], και των άρθρων 9, [άσυλο κατοικίας-προστασία ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής], και 9Α, [προστασία προσωπικών δεδομένων].
5. Μοναδική περίπτωση κάμψης της απαγόρευσης που καθιερώνει η διάταξη του άρθρου 19 παρ.3 του Σ. περί χρησιμοποιήσεως παρανόμως κτηθέντων αποδεικτικών μέσων, συντρέχει όταν αυτά αποτελούν το μοναδικό μέσο για την απόδειξη της αθωότητας του κατηγορουμένου, και μάλιστα όταν πρόκειται για ιδιαιτέρως σοβαρά εγκλήματα, (βλ. Τζούλια Ηλιοπούλου-Στράγγα, Χρήση παρανόμως κτηθέντων αποδεικτικών μέσων και δικαίωμα υπεράσπισης του κατηγορουμένου, μετά του προλόγου του Νικολάου Κ. Ανδρουλάκη, εκδ. Σάκκουλα 2003).
6. Η δικονομική αυτή κατάσταση ανάγκης θα κριθεί υπό τον περιορισμό πάντοτε της αρχής της αναλογικότητας, (άρθρο 25 παρ.1 του Σ..), εάν δηλαδή στη συγκεκριμένη περίπτωση, λαμβανομένης υπόψη και της βαρύτητας του εγκλήματος, για το οποίο κατηγορείται ο κατηγορούμενος, το εν λόγω αποδεικτικό μέσο είναι το μόνο αναγκαίο και πρόσφορο για την απόδειξη της αθωότητάς του, ώστε να υφίσταται η ανωτέρω περίπτωση κάμψης  της απαγόρευσης που καθιερώνει η διάταξη του άρθρου 19 παρ. 3 του Συντάγματος.
7. Σύμφωνα με το άρθρο 7, παρ. 2 «κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται η συλλογή και η επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων, καθώς και η ίδρυση και λειτουργία σχετικού αρχείου, ύστερα από άδεια της Αρχής, όταν συντρέχουν μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες περιπτώσεις: (…) γ. Η επεξεργασία αφορά δεδομένα που δημοσιοποιεί το ίδιο το υποκείμενο ή είναι αναγκαία για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου ή πειθαρχικού οργάνου».
8. Ο εναγόμενος, όμως, καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας περιορίσθηκε στο να αρνηθεί την κατηγορία, λέγων μάλιστα ότι «δεν ήταν αυτός ο συντάκτης και αποστολέας της ανωνύμου επιστολής», και ουδέποτε επιχείρησε καν να προβεί στην απόδειξη της αληθείας των εις την «ανώνυμη» επιστολή αναφερόμενων συκοφαντικών ισχυρισμών. Βεβαίως, τα αμέσως ανωτέρω παρατεθέντα πραγματικά περιστατικά, υπαγόμενα στους ύπερθεν κανόνες δικαίου, αποτελούν τον πυρήνα των προαναφερθέντων ποινικών διατάξεων και ως εκ τούτου  συνάγεται ότι οι ανωτέρω πράξεις του εναγομένου, προβλεπόμενες και τιμωρούμενες από τις παραγράφους 2 και 4 του άρθρου 22 του Ν. 2472/97, είναι και τελειωτικά άδικες, μη υφισταμένου, εν προκειμένω, ουδενός λόγου άρσεως του αδίκου, όπως και η νομολογία του Αρείου Πάγου προβλέπει σε ανάλογες περιπτώσεις.
9. Στην προκειμένη περίπτωση, ο εναγόμενος προσήγαγε και επικαλέστηκε τα  παρανόμως κτηθέντα, (και χρησιμοποιηθέντα-επεξεργασθέντα και περιλθόντα σε γνώση μη δικαιουμένων, ως άνω, προσώπων, υπ’ αυτού), ανωτέρω ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα της ενάγουσας, - παράνομα αποδεικτικά μέσα - χωρίς να επικαλεσθεί, έστω, ότι αποτελούν το μοναδικό μέσο για την απόδειξη της αθωότητας του. Αντίθετα, ο μοναδικός υπερασπιστικός ισχυρισμός, που προέβαλε, τόσο κατά την προδικασία όσο και κατά την κυρία διαδικασία, στον πρώτο και δεύτερο βαθμό, ήταν ότι «δεν ήταν εκείνος ο συντάκτης και αποστολέας της συκοφαντικής  «ανωνύμου» επιστολής».
10. Με άλλα λόγια στην προκειμένη περίπτωση ο εναγόμενος δεν επικαλέστηκε τα παρανόμως κτηθέντα αποδεικτικά μέσα, ήτοι τα ως άνω ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα της ενάγουσας, για να αποσείσει την σε βάρος του κατηγορία, και να αποδείξει την αθωότητα του, πολλώ δε μάλλον ότι αυτά ήταν το μόνο αποδεικτικό μέσο της αθωότητας του. Ακόμα, όμως, και αν τα είχε χρησιμοποιήσει για να αποδείξει την αθωότητά του, και πάλι οι ανωτέρω πράξεις του θα ήταν και τελειωτικώς άδικες.
11. Και αυτό διότι ακόμη και  αν είχε επικαλεσθεί  έναν ανάλογο ισχυρισμό, ο τελευταίος δεν θα ήρε τον άδικο χαρακτήρα της πράξης του, γιατί η πράξη για την οποία κατηγορούνταν δεν ήταν ιδιαιτέρως σοβαρή, αφού ο νόμος και το Σύνταγμα, και η πάγια νομολογία, απαιτούν ιδιαιτέρως σοβαρά εγκλήματα, δηλαδή αυτά που τιμωρούνται με ποινή πρόσκαιρης ή ισοβίου καθείρξεως.
4. α.
1. Η επίκληση του άρθρου 358 Κ.Π.Δ., ως δικαιολογητικού λόγου κατάθεσης των κειμένων, (σχολιασμός μαρτυρικών καταθέσεων), δεν ευσταθεί. Απόδειξη τούτου αποτελεί το γεγονός ότι δεν περιήλθαν τυχαία εις χείρας του εναγομένου τα εν λόγω έγγραφα. Απαιτήθηκε έρευνα προς τούτο και επίμονη παράνομη αναζήτηση, άρα σκοπός ανεύρεσής τους. Δέον δε να σημειωθεί ότι η εν λόγω διάταξη  μπορεί να τύχει εφαρμογής ειδικώς για την αξιολόγηση μαρτυρικών καταθέσεων, και όχι για την έγκληση του μηνυτή, πολλώ δε μάλλον τούτο περιορίζεται στην προβολή δηλώσεων και εξηγήσεων και όχι στην παράνομη επεξεργασία προσωπικών δεδομένων και στη χρήση παρανόμως κτηθέντων αποδεικτικών μέσων.
        2. Περαιτέρω απόδειξη αυτών, συνιστά το γεγονός ότι ο εναγόμενος έχει επιθέσει επί των 4 προσκομισθέντων εγγράφων την επαγγελματική του σφραγίδα, (αντίγραφα εκ πρωτοτύπων), γεγονός το οποίο προϋποθέτει κατοχή των γνησίων, ήτοι διατήρηση αρχείου χωρίς την ειδική άδεια της Αρχής. Τo άδικο δε του εγκλήματος της παρ. 2 και 6 του άρθρου 22 του ν. 2472/97 είναι αυτοτελές από εκείνο της παρ. 4 του ιδίου νόμου.
3. Άλλωστε, από τις διατάξεις των άρθρων 358 και 364 Κ.Π.Δ. δεν προκύπτει ότι το ποινικό Δικαστήριο εφοδιάζεται με γενική ελευθερία πρόσβασης και χρήσης παντός δεδομένου, το οποίο αφορά τον ιδιωτικό βίο των διαδίκων, πολλώ μάλλον όταν τούτο αποτελεί κατ’ εξακολούθηση και διαρκή παράνομη επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων της ενάγουσας και καθιστά το προσβαλλόμενο έννομο αγαθό εν αμφισβητήσει, παρεμποδίζοντας, δια της κατοχής αρχείου, την ειρήνευση του επίμαχου εννόμου αγαθού.
4. Δεν θα μπορούσε δε να ισχύει κάτι διαφορετικό ούτε λόγω της δημοσιότητας, αλλά ούτε και λόγω του εγγενούς στιγματιστικού χαρακτήρα της ποινικής διαδικασίας, ο οποίος διατηρείται, εκ των πραγμάτων, ακόμη και σήμερα. Η δημοσιότητα εξυπηρετεί ρητά την ανάγκη δημόσιου ελέγχου και κριτικής των αποφάσεων των Δικαστηρίων και συγκεκαλυμμένα φέρει κατάλοιπα της διαπόμπευσης του κατηγορουμένου. Ωστόσο, εάν η δημοσιότητα αυτή κατέλυε κάθε έννοια της ιδιωτικότητας και προσέφερε στον οιονδήποτε δικαίωμα ελεύθερης πρόσβασης στα αρχεία, π.χ. των ποινικών καταδικών ή πολλώ δε μάλλον των πειθαρχικών αγωγών και διαδικασιών, του εκάστοτε δημόσιου λειτουργού, τότε δεν θα είχαν νόημα οι απαγορεύσεις χορήγησης αντιγράφων ποινικού μητρώου, σύμφωνα με το άρθρο 577 παρ. 2 Κ.Π.Δ.
5. Είναι σαφής, εξάλλου, ο διαχωρισμός της δημοσιότητας της δίκης από την περαιτέρω δημοσιοποίηση της καταδίκης ή της αθώωσης κάποιου, η οποία κατ’ αρχήν απαγορεύεται και επιτρέπεται μόνον στις προβλεπόμενες ειδικά από τον νόμο περιπτώσεις, καθώς με την καταδίκη ή την απαλλαγή του κατηγορουμένου τελειώνει η δίκη και η δημοσιότητα, που εγγενώς την χαρακτηρίζει.
6. Τούτο δε ισχύει επιρρωτικά στις πειθαρχικές διαδικασίες, οι οποίες ως εκ της φύσεώς τους, είναι απολύτως απόρρητες και αναθεωρήσιμες, ουδείς δε έχει έννομο συμφέρον ούτε να λάβει αντίγραφα από το αρχείο τους ούτε να τα υπεξαγάγει αλλά και ούτε να τα επεξεργαστεί και να τα δημοσιοποιήσει.
7. Ειδικότερα, όσον αφορά το περιεχόμενο των δύο ως άνω δικονομικών διατάξεων σημειώνεται ότι τόσο ο σχολιασμός των μαρτυρικών καταθέσεων, όσο και το ποια έγγραφα καθίστανται αναγνωστέα, δεν συνδέονται με παράνομες πράξεις, ούτε και τις νομιμοποιούν, άλλως δεν θα ετύγχαναν εφαρμογής ούτε οι σχετικές προβλέψεις περί προβολής ενστάσεως πλαστότητας κάποιου εγγράφου, ούτε κι εκείνες περί εγκλημάτων σχετικών με τα υπομνήματα ή εχόντων σχέση με το περιεχόμενο εγγράφων, ως εν τη παρούσα, που λαμβάνουν χώρα ενώπιον Δικαστηρίου, όπως π.χ. η απάτη επί Δικαστηρίω. Συνεπώς, η προβολή των συγκεκριμένων άρθρων της δικονομίας είτε είναι τυχαία, εκ μέρους του εναγομένου είτε αποτελεί απόρροια λανθασμένης νομικής αξιολόγησης και εκτίμησης.
4.β. (εν συνδυασμώ με 4.α.)
1. Άλλωστε, ακόμη και το υπ’ αριθμ. 1945/2002 Βούλευμα του Αρείου Πάγου ουδόλως συντάσσεται με μία τέτοια ερμηνεία του νόμου και των διατάξεων του Κ.Π.Δ., για τον απλούστατο λόγο ότι έκρινε παντελώς διαφορετικά πραγματικά περιστατικά. Ειδικότερα : είχε ασκηθεί ποινική δίωξη για παραβίαση του άρθρου 22 παρ. 4, (και όχι και για παράβαση της παρ. 2 του ιδίου άρθρου), του ν. 2472/97, κατά συνηγόρων υπεράσπισης, οι οποίοι κατά τη διάρκεια ποινικής δίκης προσκόμισαν έγγραφο με καταδικαστικές αποφάσεις για το έγκλημα της ψευδορκίας εκείνου που επείχε θέση μηνυτή στην ανωτέρω δίκη.
2. Στο σημείο τούτο λεκτέα τα εξής : εν προκειμένω, οι διατάξεις του νόμου, που παραβιάστηκαν κατ’ εξακολούθηση και κατά συρροή, είναι τόσο η παρ. 4 του άρθρου 22, όσο και η παρ. 2 του ιδίου άρθρου, που ενέχει αυτοτελή και ιδιαίτερη απαξία, δεν συνδέεται δε ουδόλως με τα πλαίσια κάποιας ποινικής δίκης, αλλά έλαβε χώρα πρότερον αυτής, σε διάφορα και απροσδιόριστα χρονικά διαστήματα, συνεχίζει δε να πλήττει διαρκώς το έννομο αγαθό της πληροφοριακού αυτοκαθορισμού και της ιδιωτικής ζωής της ενάγουσας.
3. Κατά δεύτερον, τα προσκομισθέντα έγγραφα, που αναφέρονται στο Βούλευμα του Συμβουλίου του Αρείου Πάγου, αποτελούσαν καταδικαστικές αποφάσεις για ψευδορκία, στρεφόμενες κατά του εννόμου αγαθού της ορθής απονομής της δικαιοσύνης, και δυνάμενες να κρίνουν την αξιοπιστία μαρτύρων, και όχι, όπως εν τη παρούσα, πειθαρχικές αγωγές-εκθέσεις, απολύτως εμπιστευτικές, καθώς και Βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, παντελώς άσχετα με το αντικείμενο της ποινικής δίκης και πλήρως ατελέσφορα για να κρίνουν την αξιοπιστία της μηνύτριας.
4. Άλλωστε, η θεώρηση περί ειδικότητας των διατάξεων των άρθρων 358 και 364 Κ.Π.Δ. έναντι εκείνων του ν. 2472/97 είναι εσφαλμένη για τους εξής λόγους : τα ανωτέρω άρθρα του Κ.Π.Δ. δεν ρυθμίζουν το ίδιο θέμα με αυτό του ν. 2472/97, ώστε να τεθεί στη συνέχεια ζήτημα ειδικότητας λόγω ύπαρξης πλειόνων στοιχείων πέραν των υποτιθέμενων κοινών, (βλ. Ε. Φυτράκη, Παρατηρήσεις σε ΣυμβΕφΑθ. 984/2001, ΠοινΔικ. 2002, σ. 1027). Θα ήταν παράλογο να λειτουργούν οι ανωτέρω διατάξεις, ως προς την παρ. 4 του άρθρου 22 και μόνον, ως γενικοί  λόγοι άρσης του αδίκου οποιασδήποτε προσβολής του ιδιωτικού βίου ή άλλου εννόμου αγαθού κατά τη διάρκεια της ποινικής δίκης. Και αυτό αποδεικνύεται, βέβαια, τόσο από την ύπαρξη των ειδικών διατάξεων για τα παράνομα αποδεικτικά μέσα στο άρθρο 177 παρ.2 Κ.Π.Δ., όσο και από τη νέα ρύθμιση του άρθρου 253 Α Κ.Π.Δ., η οποία καθιερώνει εξαιρέσεις προστασίας των προσωπικών δεδομένων κατά την ανακριτική διαδικασία και μόνον, αλλά πάντοτε υπό το γενικό πλαίσιο του ν. 2472/97, (βλ Ι. Μανωλεδάκη, Ελευθερία και ασφάλεια- Ερμηνεία του Ν. 2928/2001 για το οργανωμένο έγκλημα, 2003, σ. 174, Α. Τζαννετή, Αποδεικτικές απαγορεύσεις και εναλλακτική κτήση αποδείξεων, ΠοινΧρ. ΜΗ/107, Α. Χαραλαμπάκη, Το αξιόποινο των υποκλοπών και η δικονομική μεταχείριση του προϊόντος τους, ΝοΒ 2002, 1064).
5. Δια των πράξεων του εναγομένου, έλαβαν γνώση των ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων της ενάγουσας, πλείστα όσα πρόσωπα, όπως π.χ. οι αναγνώσαντες τη δικογραφία Εισαγγελείς, οι ασκήσαντες ανακριτικά καθήκοντα Δικαστές και ανακριτικοί υπάλληλοι, οι εκδικάσαντες την υπόθεση Δικαστές, τόσο του Πρωτοβαθμίου όσο και του Δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, οι εμπλακέντες στην όλη διαδικασία δικαστικοί υπάλληλοι, οι εντός του ακροατηρίου, κατά τη διάρκεια της δίκης, ευρισκόμενοι Δικηγόροι, μάρτυρες, διάδικοι, λοιποί παράγοντες της δίκης, αστυνομικοί υπάλληλοι και απλοί πολίτες.
6.Τόσο η από 16.4.1998 εγκληματική πράξη του εναγομένου και η από 16.12.2003, όσο και η από 23.9.2005 εγκληματική, άδικη και αξιόποινη, συμπεριφορά του πληρούν την ειδική, αντικειμενική και υποκειμενική, υπόσταση της παρ. 4 του αρ. 22, σε συνδυασμό με την παρ. 6 του ιδίου άρθρου του ν. 2472/97. Συγκεκριμένα, ο εναγόμενος, λαμβάνοντας παρανόμως και δολίως γνώση των ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων της ενάγουσας, ανακοινώνοντας και καθιστώντας τα προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα κι εκμεταλλευόμενός τα διαρκώς με οποιονδήποτε τρόπο, για την εν γένει καταρράκωση του αναπαλλοτρίωτου δικαιώματος πληροφοριακού αυτοκαθορισμού της ενάγουσας, υποστασιοποίησε, αντικειμενικώς και υποκειμενικώς, το κακούργημα της παράνομης επεξεργασίας των ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων της ενάγουσας, καθότι, κατ’ άρθρο. 22 παρ. 6 του ένδικου νόμου, ο εναγόμενος είχε και τον πρόσθετο σκοπό να την βλάψει, (υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), άλλοτε ανακοινώνοντας τα δεδομένα τούτα προφορικά, άλλοτε προσκομίζοντας τα επικαλούμενα από αυτόν έγγραφα, θέτων σ΄ αυτά και  τη σφραγίδα του, και άλλοτε προσκομίζοντάς τα, ενώπιον παντός Δικαστηρίου.
7. Παράλληλα δε, ο εναγόμενος, κατ’ άρθρο 22 παρ. 2, σε συνδυασμό με την παρ. 6 του ιδίου άρθρου του ένδικου νόμου, διατηρεί αρχείο χωρίς άδεια της Αρχής και κατά παράβαση των σχετικών νομίμων όρων, κατά συρροή και κατ’ εξακολούθηση τελών πλείονα εγκλήματα κακουργηματικής υφής. Τέλος, όπως αναλυτικώς παρετέθη, ο εναγόμενος ουδένα υπερασπιστικό δικαίωμα προάσπιζε, αλλά κι αν ήθελε υποτεθεί ότι ωσαύτως ενεργούσε, ουδέποτε το επικαλέστηκε, και ούτε θα μπορούσε να το πράξει, αφού τα προσκομιζόμενα από αυτόν έγγραφα ήταν παντελώς άσχετα με το αποδεικτέο θέμα, ήταν παρανόμως κτηθέντα και ατελέσφορα στο να αποδείξουν ότι αυτός δεν ήταν ο αποστολέας του δυσφημιστικού κειμένου.
8. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι δεν θεωρούνται «δεδομένα» οι πληροφορίες, των οποίων κάποιος κάνει χρήση και οι οποίες περιήλθαν σε γνώση του, χωρίς να ερευνήσει ο ίδιος κάποιο Αρχείο ή χωρίς να του τις έχει μεταδώσει τρίτος, που επενέβη στο Αρχείο. Αυτό συνάγεται ευθέως από τις διατάξεις του ν. 2472/97, με τις οποίες απειλούνται ποινικές κυρώσεις σε περίπτωση : α. παράνομης επέμβασης σε Αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή β. αυθαίρετης χρησιμοποίησης του προϊόντος τέτοιας επεμβάσεως, όχι όμως και στην περίπτωση που δεν έχει γίνει τέτοια επέμβαση και ο φερόμενος ως δράστης γνωρίζει τα διαδιδόμενα «από μόνος του», αφού στην περίπτωση αυτή, δεν στοιχειοθετείται το εν λόγω έγκλημα, (βλ. ΣυμβΕφΑθ. 3140/2004, ΠοινΧρ. 2005, 544).         
9. Συνεπώς, ο εναγόμενος ομολογώντας ότι είχε ο ίδιος προσκομίσει τα ανωτέρω έγγραφα-ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα της ενάγουσας και ότι το ένα εξ αυτών το έλαβε, τάχα, «καθόλα νόμιμα», ήτοι το ύπερθεν Βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, (για τις δε ως άνω Εκθέσεις-Πειθαρχικές Αγωγές σε βάρος της ενάγουσας, ούτε κάν αρνείται την παράνομη κτήση τους, όποτε και αποδεικνύεται πλήρως ότι τις κατέχει κι επεξεργάζεται, χωρίς άδεια της Αρχής, «καθόλα παράνομα»), τέλεσε τα οικεία αδικήματα.
          10.  Πάντως, ακόμη και αν είναι νόμιμη η γνώση ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων τρίτου, π.χ. καταδικαστικών αποφάσεων, δεν καθίσταται άνευ ετέρου νόμιμη και η περαιτέρω δημοσιοποίηση-διαβίβαση των ανωτέρω δεδομένων, αλλά μόνον υπό τον όρο συνδρομής των προϋποθέσεων των άρθρων 7 και 7Α του ν. 2472/97, πράγμα που, εν προκειμένω, δεν έχει έδαφος εφαρμογής, (βλ. Γ. Νούσκαλης, Παρατηρήσεις στο Συμβ.Εφ.Αθ. 3140/2004, ΠοινΔνη 2005, τ.6, σ. 684, Α. Γέροντα, Η προστασία του πολίτη από την ηλεκτρονική επεξεργασία προσωπικών δεδομένων, 2002, σ. 128, Λ. Μήτρου, Η Αρχή προστασίας προσωπικών δεδομένων, 1999, σ. 27, Γ. Νούσκαλη, Προστασία προσωπικών δεδομένων και ποινική δίκη: Αξίες αντιφατικές ή παράλληλες;, ΠοινΔικ 2003, 678, με περαιτέρω παραπομπές).
11. Εν προκειμένω, ο εναγόμενος, προσκομίζοντας τα ανωτέρω έγγραφα και θέτοντας σ΄ αυτά την επαγγελματική του σφραγίδα, ούτως ή άλλως, έχει σχηματίσει και ο ίδιος παράνομο «αρχείο» δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, ξεχωριστό από εκείνα εκ των οποίων προέρχονται τα ανωτέρω δεδομένα. Η δημιουργία δε του νέου αυτού αρχείου συμβαίνει συχνά στην πράξη, όπως προκύπτει από τις ενδεικτικά αναφερόμενες αποφάσεις 16/2004 και 49/2004 της ΑΠΔΠΧ (Αρχής προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα).
            12. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονιστεί και πάλι ότι η πράξη της παράνομης λειτουργίας αρχείου ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων διακρίνεται σαφώς από την αντίστοιχη επεξεργασία τέτοιων δεδομένων, ως έχουσα αυτοτελή απαξία, κατά το άρθρο 22 παρ. 2 του Ν. 2472/97 (βλ. την ορθή Συμβ.Πλημ.Αθ. 319/2001, ΠοινΧρ. 2001, 159, πρόταση Γ. Μπισμπίκη).
13. Μάλιστα, η Εισαγγελική Πρόταση, στο Συμβ.Εφ.Αθ. 3140/2004, δέχθηκε και την επιβαρυντική περίπτωση του άρθρου 6 του ν. 2472/97. Το θέμα που προκύπτει, βέβαια, στην περίπτωση επιδίωξης «παράνομου περιουσιακού οφέλους», στην ανωτέρω διάταξη του άρθρου 22 παρ. 6 του ένδικου νόμου, έγκειται στο εάν απαιτείται άμεση παραγωγή του οφέλους αυτού εκ της παράνομης επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων ή αρκεί μία εξ αντανακλάσεως πρόκλησή του. Υποστηρίζεται, ορθώς, ότι αρκεί και αντανακλαστική πρόκληση παράνομου περιουσιακού οφέλους, το οποίο καθίσταται παράνομο, ακριβώς εξαιτίας του ότι προκύπτει από παράνομη επεξεργασία προσωπικών δεδομένων.
          14. Αντιθέτως, στην περίπτωση της βλάβης τρίτου, που κυρίως ενδιαφέρει, εν προκειμένω, που δεν περιορίζεται από το γράμμα του νόμου μόνο ως περιουσιακή, ως εναλλακτικό αντικείμενο του σκοπού του δράστη στη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 6 του Ν. 2472/97, η βλάβη προκύπτει πάντοτε άμεσα με μόνη την ανεπίτρεπτη επεξεργασία δεδομένων, καθώς αυτή προσβάλλει το προστατευόμενο στην ανωτέρω διάταξη έννομο αγαθό της ιδιωτικότητας, ενώ τυχόν περαιτέρω εξ αντανακλάσεως προκαλούμενα μεγέθη προσβολής, όπως π.χ. της περιουσίας ή της τιμής και της υπόληψης του υποκειμένου των δεδομένων, υπάγονται και αυτά στον ανωτέρω σκοπό βλάβης τρίτου (βλ. Γ. Νούσκαλης, Παρατηρήσεις στο Συμβ.Εφ.Αθ. 3140/2004, ΠοινΔνη 2005, τ.6, σ. 684).
15. Αξιοσημείωτο είναι και το υπ’ αριθμ. 319/2001 προαναφερθέν Βούλευμα Συμβ. Πλημ. Πατρών. Εκρίθη ότι η συλλογή και επεξεργασία ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων είναι επιτρεπτή μόνον ύστερα από άδεια της Αρχής προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, και ότι δεν αίρεται το άδικο ούτε εκ του άρ. 367 Π.Κ., που αφορά μόνο το πεδίο των προσβλητικών της τιμής συμπεριφορών ούτε εκ του άρθρου 5 παρ. 2 του ν. 2472/97, που δεν αφορά σε «ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα». Μάλιστα, η γενομένη δεκτή πρόταση του Εισαγγελέως έκρινε ότι ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα μπορούν να είναι αντικείμενο επεξεργασίας μόνον υπό τους όρους του ειδικού λόγου άρσης του αδίκου, που προβλέπεται στο άρθρο 7 παρ. 2 περ. γ’ του ν. 2472/97.
16. Η προϋπόθεση χορήγησης άδειας της Αρχής δεν προκύπτει απ’ ευθείας από το γράμμα του νόμου, αλλά με ερμηνεία αυτού. Συγκεκριμένα, στο μέτρο που η συλλογή και επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων χαρακτηρίζονται από την ίδια ένταση κινδύνου για την ιδιωτική ζωή με την ίδρυση και λειτουργία αρχείου δεδομένων, θεωρήθηκε ότι θα πρέπει και για τις πρώτες πράξεις να χορηγείται άδεια της Αρχής. Εκείνο που έχει ιδιαίτερη σημασία είναι ότι η προϋπόθεση της άδειας της Αρχής για την άρση του αδίκου της συλλογής και επεξεργασίας προκύπτει και από την παράγραφο 3 του άρθρου 7 του ν. 2472/97, ακριβώς για το λόγο της ίσης βαρύτητας προσβολής των πράξεων αυτών έναντι του προστατευόμενου εννόμου αγαθού, ήτοι της ιδιωτικής ζωής, (βλ. Γ. Νούσκαλη, Παρατηρήσεις στο Συμβ.Πλημ.Πατρών 319/2001, ΠοινΧρ 2002, ΝΒ, σ. 161, Ν. Ανδρουλάκη, Ιδιωτική Γνωμοδότηση, ΠοινΧρ. ΝΑ/281, σημ.1, Μήτρου, Η Αρχή προστασίας προσωπικών δεδομένων, 1999, σ. 28, Τουντόπουλο, Το δικαίωμα αντίρρησης του υποκειμένου των δεδομένων, ΤοΣ 1999, σ. 22).
          17. Πάντως, ούτως ή άλλως, ο νόμος, πέραν των ανωτέρω προϋποθέσεων, αναφέρεται στην αναγκαία, (η ΑΠΔΠΧ ορθώς κάνει λόγο για απολύτως αναγκαία επεξεργασία, ΑΠΔΠΧ 61/2002 και 68/2001), συλλογή και επεξεργασία, υπενθυμίζοντας ότι οι αρχές του άρθρου 4 διέπουν και τις ειδικές προϋποθέσεις που διέπουν την επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων. Η αρχή της αναλογικότητας θα εφαρμοστεί σε αυτήν την περίπτωση, ενόψει του σκοπού της αναγνώρισης/άσκησης/υπεράσπισης δικαιώματος προσώπου, ενώπιον Δικαστηρίου ή πειθαρχικού οργάνου. Ωστόσο, ο εναγόμενος ούτε κάν προέβαλε τον ανωτέρω ισχυρισμό, αρνούμενος τη βάση της αγωγής ή προβάλλοντας ένσταση, ομολογώντας τοιουτοτρόπως, την ιστορική βάση της αγωγής και δεχόμενος παντάπασιν τη νομική της βάση.
          18. Αξίζει να σημειωθεί και η απόφαση της ΑΠΔΠΧ 68/2001, κατά την οποία η αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον Δικαστηρίου συνιστά νόμιμο λόγο επεξεργασίας ευαίσθητων δεδομένων του υποκειμένου, χωρίς τη συγκατάθεσή του από τρίτο, μόνον ύστερα από άδεια της Αρχής, και στο μέτρο που είναι απολύτως αναγκαία για τον σκοπό αυτό. Έτσι, είναι θεμιτή η επίκληση καταδικαστικής απόφασης τρίτου ενώπιον Δικαστηρίου, μόνον εφόσον τελεί σε συνάφεια με το αντικείμενο της δίκης, υπό τον όρο ότι η συλλογή των στοιχείων αυτού έγινε νόμιμα, (από καταθέσεις μαρτύρων), όχι, βεβαίως, όταν τα ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα ουδεμία σχέση με το αντικείμενο της δίκης έχουν ούτε και με το αποδεικτέο θέμα αυτής (της δίκης), αλλά υπήρξαν προϊόν είτε παράνομης γνώσης είτε υπεξαγωγής, πολλώ μάλλον όταν τα προσκομιζόμενα ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα περιλαμβάνονται σε παράνομο και επιλήψιμο «ιδιωτικό αρχείο».
          19. Ούτως ή άλλως, και πέραν της προϋποθέσεως της άδειας της Αρχής, ο τρίτος, που δικαιολογεί έννομο συμφέρον για τη λήψη γνώσης και αναπαραγωγή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, οφείλει να καταθέσει Αίτηση προς τον αρχικό και νόμιμο υπεύθυνο επεξεργασίας, ήτοι ενώπιον των Εισαγγελικών, Δικαστικών και Πειθαρχικών Αρχών, στην οποία να επικαλείται, αλλά και να αποδεικνύει ότι τα στοιχεία που ζητεί είναι απολύτως αναγκαία και πρόσφορα για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματός του ενώπιον Δικαστηρίου, και δη ενόψει συγκεκριμένης δίκης, που εκκρεμεί, (απόφαση της Αρχής 8/2005). Η αναγκαιότητα δε υφίσταται όταν ο επιδιωκόμενος σκοπός δεν μπορεί να επιτευχθεί με άλλα ηπιότερα μέσα, (απόφαση της Αρχής 17/2004). Ωστόσο, ο εναγόμενος, όχι μόνον δεν έλαβε την άδεια της Αρχής, όχι μόνον δεν υπέβαλε την ανωτέρω Αίτηση προς τις αρμόδιες Αρχές, για την υπεράσπιση δικαιώματός του ενώπιον Δικαστηρίου, αλλά ούτε καν θα μπορούσε να το πράξει, αφού ουδεμία εκ των ανωτέρω Αρχών επιτρέπει την πρόσβαση και χορηγεί αντίγραφα εμπιστευτικών πληροφοριών και ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων, απλώς και μόνον για τον, δήθεν, κλονισμό της αξιοπιστίας μαρτύρων.
20. Άλλωστε, ακόμη και στην παρ. 4 του ιδίου άρθρου του ένδικου νόμου τυποποιείται αφενός η «με οποιονδήποτε τρόπο επέμβαση σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα», ανεξάρτητα μάλιστα εάν αυτό έχει συσταθεί νόμιμα ή παράνομα, (βλ. ΣυμβΠλημΣάμου 34/2001-πρόταση Χ. Σατλάνη και Παρατηρήσεις Δ. Σπυράκου, ΠοινΔικ 2002/881), και αφετέρου μια σειρά πράξεων που στρέφονται εναντίον των «δεδομένων του αρχείου», όπως η λήψη γνώσης, αλλοίωση, αφαίρεση, μετάδοση και άλλες ενέργειες που συνιστούν επεξεργασία δεδομένων κατά το άρθρο 2 εδ. δ΄ του ανωτέρω νόμου, όπως αναλυτικώς περιγράφεται ανωτέρω.
21. Γίνεται, λοιπόν, σαφές ότι η έννοια του «αρχείου δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα», (μαζί με αυτή της «επεξεργασίας» των δεδομένων), συνιστά μια από τις δύο κεντρικές έννοιες, όχι μόνον γενικά στον ανωτέρω νόμο, αλλά και στην περιγραφή του αδίκου των κατ’ ιδίαν εγκλημάτων στο ανωτέρω άρθρο 22. Ειδικά για τις αντικειμενικές υποστάσεις, που περιγράφονται στο άρθρο 22 παρ. 1 και 2, αρκεί και η ένταξη ενός μόνο προσωπικού δεδομένου, και δη ευαίσθητου, στο αρχείο του δράστη, όπως π.χ. η έκδοση και χρήση στο δικαστήριο επικυρωμένων αντιγράφων από πρωτότυπο ή αντίγραφο με προσωπικά δεδομένα, που έλαβε, χωρίς να δικαιούται, ο πληρεξούσιος Δικηγόρος, όπως και έγινε δεκτό στην υπ’ αριθμ. 38/2004 απόφαση της Αρχής.
22. Μάλιστα, αξίζει να σημειωθεί ακόμη και το εξής : το «αρχείο προσωπικών δεδομένων» λειτουργεί στις ανωτέρω αντικειμενικές υποστάσεις ως το υλικό αντικείμενο των περιγραφομένων πράξεων και ως μονάδα μέτρησης του προσβαλλόμενου εννόμου αγαθού του πληροφοριακού αυτοκαθορισμού ή του ιδιωτικού βίου. Εάν δηλαδή κάποιος χρησιμοποιεί περισσότερα προσωπικά δεδομένα για το ίδιο υποκείμενο και από το ίδιο αρχείο, π.χ. αποφυλακιστήριο και καταδικαστική απόφαση από το αρχείο σωφρονιστικού καταστήματος, τότε έχει προσβληθεί μια μονάδα του προσβαλλόμενου εννόμου αγαθού, εκτός εάν το έννομο αγαθό έχει ειρηνεύσει εν τω μεταξύ και ξαναπροσβάλλεται, όπως όταν για παράδειγμα, τα ίδια ή διαφορετικά προσωπικά δεδομένα, που αφορούν το ίδιο υποκείμενο, χρησιμοποιούνται για διαφορετικούς σκοπούς επεξεργασίας, π.χ. με χρήση ενώπιον ενός ποινικού Δικαστηρίου, όσο και με διαβίβαση σε τρίτους.
23. Διαφορετική είναι, ωστόσο, η ακόλουθη περίπτωση : κάποιος συλλέγει, χωρίς άδεια της Αρχής και χωρίς να υπάγεται η ανωτέρω επεξεργασία στις εξαιρέσεις από τη λήψη άδειας, ευαίσθητα δεδομένα για δικαστική χρήση, π.χ., όπως εν προκειμένω, πειθαρχικές αγωγές-εκθέσεις και Βούλευμα, και με αυτές δημιουργεί αρχείο κατά την έννοια του ν. 2472/97, το οποίο αργότερα χρησιμοποιεί σε δίκη. Στο ανωτέρω παράδειγμα προσβάλλονται διαφορετικές μονάδες εννόμου αγαθού, καθώς από μόνη της η ύπαρξη του ανωτέρω αρχείου προκαλεί περαιτέρω κινδύνους για την ιδιωτικότητα του προσώπου, που αναφέρονται τα δεδομένα, με τη δυνατότητα κατ’ επανάληψη χρήσης των δεδομένων, τόσο από τον υπεύθυνο επεξεργασίας όσο και από εκείνους στους οποίους διαβιβάστηκαν ή μπορεί να διαβιβαστούν τα δεδομένα κατά τη διάρκεια λειτουργίας του αρχείου.
24. Για τον λόγο αυτό, εξάλλου, ο νομοθέτης, εξειδικεύοντας ορθώς την πρόσφατη συνταγματική επιταγή, τυποποίησε αυτοτελώς στο άρθρο 22 παρ. 2 του ν. 2472/97 την πράξη της παράνομης «διατήρησης» αρχείου προσωπικών δεδομένων, και δη ευαίσθητων, ενώ η χωρίς δικαίωμα επέμβαση σε αρχείο, καθώς και οι λοιπές πράξεις επεξεργασίας αφορούν στην αντικειμενική υπόσταση του άρθρου 22 παρ. 4. Μάλιστα, στο άρθρο 22 παρ. 1 του ένδικου νόμου τιμωρείται αυτοτελώς και γεννάται αστική ευθύνη ακόμη και από τη μη γνωστοποίηση της σύστασης και λειτουργίας αρχείου, (βλ. Γ. Νούσκαλη, Ποινική Προστασία Προσωπικών Δεδομένων, Η νομολογιακή συμβολή στην ερμηνεία βασικών όρων, 2005).
25. Η κατοχή αρχείου, κατ’ άρθρο 22 παρ. 2 και 6 του ν. 2472/97,  είναι διαρκές έγκλημα, ο χρόνος δε τελέσεώς του λαμβάνει χώρα διαρκώς, όταν δε γίνεται επί σκοπώ βλάβης τρίτου, στοιχειοθετεί κακούργημα. Άλλωστε, η προστασία του ατόμου από την παράνομη επεξεργασία προσωπικών δεδομένων αποτελεί κατάκτηση του νομικού πολιτισμού, εμπνευσθείσα με την απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου του 1983 του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου, που έθεσε την απαρχή ενός νέου δικαιώματος, αυτού του πληροφοριακού αυτοκαθορισμού - της πληροφοριακής αυτοδιάθεσης, (Informationelles Selbstbestimmungsrecht), που οριοθετεί, ευρέως πλέον, τις πτυχές προστασίας του βαθύτερου πυρήνα, (Innensphaerae), της προσωπικότητας του ατόμου (βλ. Μιχ. Κ. Αυγουστιανάκης, Προστασία από την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων, ΔτΑ, Ν 11/2001).
26. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο εναγόμενος, επεξεργαζόμενος και δημοσιοποιώντας τα ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα της ενάγουσας, μετάλλαξε τον σκοπό τηρήσεως των νομίμων τηρουμένων αρχείων, τόσο των Εισαγγελικών και Δικαστικών Αρχών όσο και των Πειθαρχικών, και επισυνάπτοντας αυτά στην επίμαχη δικογραφία, έπληξε την ασφάλεια των αρχείων της Χώρας, ενώ κατέχοντας το ανωτέρω αρχείο διαρκώς εμποδίζει την ειρήνευση του εννόμου αγαθού, που προσβάλλεται. Παράλληλα δε, μετέστη στη θέση κατόχου κι επεξεργαστή παρανόμου αρχείου, κατά τον αντίστοιχο ορισμό του άρθρου 2 του ν. 2472/97 (μετάλλαξε, σχημάτισε και δημοσιοποίησε περαιτέρω αρχείο, κατά συρροή και κατ’ εξακολούθηση). 
27. Τέλος, η διακεκριμένη από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα κατοχή αρχείου χωρίς άδεια της Αρχής, με σκοπό τη διαρκή βλάβη της ενάγουσας, αφενός μεν τυποποιεί την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του προβλεπομένου στα άρθρα 2 και 6 του ένδικου νόμου κακουργήματος αφετέρου δε υπογραμμίζει την ιδιαίτερη αστική ευθύνη του εναγομένου και το μέγεθος της επελθούσας ηθικής βλάβης της ενάγουσας και δικαιολογεί το λόγο για τον οποίο η αξίωση άρσης της προσβολής και μη επανάληψής της στο μέλλον, δια της καταστροφής των ένδικων ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων και δια της απειλής χρηματικής ποινής και προσωπικής κρατήσεως, εναντίον του εναγομένου, είναι αν όχι τελεσφόρος, τουλάχιστον απαραίτητη κι επιβεβλημένη.
ΑΘΗΝΑ 5 ΙΟΥΝΙΟΥ 2006
Ι.Α. Δικηγόρου Αθηνών
Δημοσίευση σχολίου