Παρασκευή, 15 Δεκεμβρίου 2017

Παράνομη επεξεργασία προσωπικών δεδομένων δικηγόρου

 

 

1847/2017 ΣΤΕ

Προσωπικά δεδομένα. Η γνωστοποίηση προς τρίτα πρόσωπα στοιχείων πειθαρχικών διώξεων δικηγόρου συνιστά επεξεργασία απλών και όχι ευαίσθητων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, για την οποία υφίσταται υποχρέωση προηγούμενης ενημερώσεως του υποκειμένου, ακόμη και όταν δεν απαιτείται η συγκατάθεση αυτού. Η προσβαλλόμενη πράξη του Διευθυντή του Δικηγορικού Συλλόγου εκδόθηκε κατά παράβαση του άρθρου 5 παρ. 2 ε΄ του ν. 2472/1997. Η σχετική εισαγγελική παραγγελία δεν ήταν ικανή να δικαιολογήσει την παράβαση της ανωτέρω διατάξεως. Δεκτή η αίτηση ακύρωσης.

Αριθμός 1847/2017 ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ ΤΜΗΜΑ Γ΄ Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 9 Φεβρουαρίου 2017 με την εξής σύνθεση: Αικ. Σακελλαροπούλου, Αντιπρόεδρος, Προεδρεύουσα, σε αναπλήρωση της Προέδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα, Β. Αναγνωστοπούλου - Σαρρή, Α. - Μ. Παπαδημητρίου, Σύμβουλοι, Γ. Ζιάμος, Ε. Αργυρός, Πάρεδροι. Γραμματέας η Δ. Τετράδη, Γραμματέας του Γ΄ Τμήματος. Για να δικάσει την από 28 Ιουνίου 2009 αίτηση: του ........... , ο οποίος παρέστη αυτοπροσώπως ως δικηγόρος (...), κατά του Δικηγορικού Συλλόγου ... ο οποίος παρέστη με τον δικηγόρο Αλέξανδρο Λεοντόπουλο - Βαμβέτσο (Α.Μ. 20252), που τον διόρισε με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου. Με την αίτηση αυτή ο αιτών επιδιώκει να ακυρωθεί το υπ'αριθμ. ../17.6.2009 έγγραφο του Δικηγορικού Συλλόγου ... . Στη δίκη παρέστη ο Υπουργός Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων με την Αγγελική Αναστοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Συμβούλου Β. Αναγνωστοπούλου - Σαρρή. Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον αιτούντα ως δικηγόρο, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τον πληρεξούσιο του καθ'ου Συλλόγου και την αντιπρόσωπο του Υπουργού, οι οποίοι ζήτησαν την απόρριψή της. Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι Α φ ο ύ  μ ε λ έ τ η σ ε  τ α  σ χ ε τ ι κ ά  έ γ γ ρ α φ α Σ κ έ φ θ η κ ε  κ α τ ά  τ ο ν  Ν ό μ ο 1. Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση, για την οποία καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο, ο αιτών δικηγόρος ζητεί την ακύρωση του .../17.6.2009 εγγράφου του Διευθυντή του Δικηγορικού Συλλόγου ..., με το οποίo γνωστοποιήθηκαν σε πρώην εντολείς του πληροφορίες σχετικές με πειθαρχικές διώξεις που είχαν ασκηθεί σε βάρος του. 2. Επειδή, παραδεκτώς παρέστη κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως στο ακροατήριο ο Δικηγορικός Σύλλογος..., όχι όμως και ο Υπουργός Δικαιοσύνης, του οποίου δεν προσβάλλεται κάποια πράξη ή παράλειψη, έστω και αν κοινοποιήθηκαν σ'αυτόν αντίγραφα της κρινόμενης αιτήσεως και της πράξεως ορισμού εισηγητή και δικασίμου. Για το λόγο αυτό, ο εν λόγω Υπουργός πρέπει να αποβληθεί της δίκης. 3. Επειδή, με την 2597/14.3.2008 αίτησή του προς τον Πρόεδρο του Δικηγορικού Συλλόγου, ο ... ζήτησε να ενημερωθεί αν σε βάρος του αιτούντος, δικηγόρου Αθηνών, είχαν ασκηθεί κατά το παρελθόν πειθαρχικές διώξεις, αν υπήρχαν σε βάρος του, κατά το χρόνο εκείνο, εκκρεμείς πειθαρχικές διώξεις, την αιτία των πειθαρχικών αυτών διώξεων και το αποτέλεσμα του πειθαρχικού ελέγχου, ενώ ανέφερε ότι βρισκόταν σε αντιδικία με τον εν λόγω δικηγόρο, ο οποίος είχε υπάρξει κατά το παρελθόν νομικός του παραστάτης, και ότι είχε έννομο συμφέρον να λάβει γνώση των στοιχείων αυτών, προκειμένου να τα χρησιμοποιήσει «για δικαστική χρήση». Μαζί με την αίτηση αυτή ο ανωτέρω υπέβαλε προς τον Δικηγορικό Σύλλογο ... και την .../5.3.2008 παραγγελία του Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών, στην οποία διαλαμβάνοντο τα εξής: «Σας αποστέλλουμε τη συνημμένη αίτηση τ[ου] ... και παρακαλούμε για την κατά νόμο εκτίμηση των διαλαμβανομένων σ'αυτήν και τις εντεύθεν επιβαλλόμενες ενέργειές σας». Επί της εν λόγω αιτήσεως ο Δικηγορικός Σύλλογος... παρέλειψε να απαντήσει, για το λόγο δε αυτό, στη συνέχεια, οι ... /και ..., με την από 14.10.2008 (αριθμ. πρωτ. Δ.Σ.Α. .../22.10.2008) αναφορά τους, μεταξύ άλλων, προς τον Πρόεδρο του ως άνω δικηγορικού συλλόγου και τον Συνήγορο του Πολίτη, διατύπωσαν τα παράπονά τους για τη μη χορήγηση των αιτηθέντων στοιχείων, επικαλούμενοι, την προαναφερθείσα εισαγγελική παραγγελία, και εξέθεσαν ότι και οι δύο είχαν υποβάλει αρμοδίως καταγγελία κατά του αιτούντος για απιστία κατά τον χειρισμό υποθέσεών τους, ότι σε βάρος του εκκρεμούσαν επίσης ενώπιον του πειθαρχικού συμβουλίου του δικηγορικού συλλόγου καταγγελίες των ιδίων για σειρά παραπτωμάτων του και ότι και ο αιτών είχε ασκήσει «πολλαπλές αγωγές» κατ'αυτών και κατά των μαρτύρων τους. Ενόψει της ως άνω αναφοράς, ο Βοηθός Συνήγορος του Πολίτη με το .../ 17.12.2008 έγγραφο ζήτησε από τον Δικηγορικό Σύλλογο ..., μεταξύ άλλων, να τον ενημερώσει με βάση ποιές διατάξεις «και μέχρι ποίου βαθμού», κατά την άποψή του, η γνωστοποίηση στοιχείων μέλους του δικηγορικού συλλόγου, το οποίο διώκετο πειθαρχικώς και ήταν αντίδικος του αιτούμενου τα στοιχεία πολίτη, δεν ήταν επιτρεπτή, λόγω προστασίας προσωπικών δεδομένων «λαμβανομένου υπόψη του ότι σε αυτές τις περιπτώσεις το έννομο συμφέρον του πολίτη (τουλάχιστον σε ό,τι αφορά δικές του νομικές εκκρεμότητες με τον αντίδικό του) πρέπει να θεωρείται δεδομένο». Επί του εγγράφου αυτού, δεν δόθηκε απάντηση και ο Βοηθός Συνήγορος του Πολίτη επανήλθε επί του θέματος με νεώτερο έγγραφο (υπ'αριθμ. πρωτ. .../08.2.3/31.3.2009), με το οποίο ενέμεινε στο ως άνω ερώτημα, επί του οποίου όμως και πάλι ο Δικηγορικός Σύλλογος ...παρέλειψε να απαντήσει. Μετά ταύτα, με την από 1.6.2009 νέα «αίτηση - αναφορά» οι πρώην εντολείς του αιτούντος, κατ'επίκληση και των προαναφερθέντων δύο εγγράφων του Βοηθού Συνηγόρου του Πολίτη, ζήτησαν και πάλι από τον εν λόγω δικηγορικό σύλλογο να λάβουν γνώση των σχετικών με τις πειθαρχικές διώξεις του αιτούντος στοιχείων. Κατόπιν των ανωτέρω, με το προσβαλλόμενο .../17.6.2009 έγγραφο του Διευθυντή του Δικηγορικού Συλλόγου ... γνωστοποιήθηκαν στους αντιδίκους του αιτούντος τα αιτηθέντα στοιχεία. Ειδικότερα, με το έγγραφο αυτό γνωστοποιήθηκαν στους ανωτέρω τα εξής: « 1) Ο ως άνω δικηγόρος έχει κηρυχθεί αθώος με τις υπ'αριθμ. 146/2006 και 274/2006 αποφάσεις του Πειθαρχικού Συμβουλίου του Δ.Σ.Α. 2) Έχει τιμωρηθεί τελεσίδικα α) με την υπ'αριθμ. 117/06 απόφαση του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου (Α.Π.Σ.), με ποινή προσωρινής παύσης ενός (1) μηνός και β) με την υπ'αριθμ. 30/2007 απόφαση του Α.Π.Σ. με ποινή προσωρινής παύσης ενός (1) μηνός, τις οποίες έχει ήδη εκτίσει. Κατά των ανωτέρω αποφάσεων ο αναφερόμενος δικηγόρος, έχει ασκήσει αιτήσεις ακυρώσεως, οι οποίες εκκρεμούν ενώπιον του ΣτΕ. 3) Με την υπ'αριθμ. ../2006 απόφαση του Π.Σ. του ΔΣΑ, με την ποινή της επίπληξης, η οποία δεν είναι τελεσίδικη. 4) Επίσης εκκρεμούν ενώπιον του Α΄ Πειθαρχικού Τμήματος α) οι πειθαρχικές δικογραφίες με αριθμό .../2007 και .../2008, β) οι πειθαρχικές δικογραφίες με αριθμό .../2008, .../2008, .../2008, .../2008 και .../2009. Επί των εκκρεμουσών αυτών πέντε (5) υποθέσεων, έχει εκδοθεί η υπ'αριθμ. 135/2009 απόφαση του Α΄ Πειθαρχικού Τμήματος, με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση αυτοεξαίρεσης μελών του Πειθαρχικού Συμβουλίου και έχουν προσδιορισθεί να εξετασθούν επί της ουσίας σε άλλη δικάσιμο με άλλη σύνθεση. Κατόπιν των ανωτέρω το Πειθαρχικό Συμβούλιο δεν έχει ολοκληρώσει την διαδικασία της οριστικής διαγραφής του». Με το ίδιο έγγραφο επισημαίνεται στους αποδέκτες ότι «οι πληροφορίες αυτές σας δίδονται μόνο για την χρήση που αναφέρετε στην αίτησή σας, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στο υπ'αριθμ. πρωτ. ../08-07-2008 έγγραφο της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και επιφορτίζεσθε “με τις υποχρεώσεις τήρησης των γενικών αρχών για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, κατά το άρθρο 4 του Ν. 2472/19[9]7”, καθώς και στα υπ'αριθ. πρωτ. .../17.12.2008 και ../08.2.3/31.3.2009 σχετικά έγγραφα του Συνήγορου του Πολίτη προς τον Δικηγορικό Σύλλογο ... ». Η χορήγηση, με το προσβαλλόμενο έγγραφο, στοιχείων σχετικών με τις πειθαρχικές διώξεις του αιτούντος γνωστοποιήθηκε στον τελευταίο με το, εκδοθέν ακολούθως, κατά την ίδια ως άνω ημερομηνία, .../17.6.2009 έγγραφο του Διευθυντή του Δικηγορικού Συλλόγου ..., με το οποίο αυτός ενημερώθηκε ότι «σε απάντηση του με αριθ. πρωτ. .../22.10.2008 αρχικού εγγράφου και από 1.6.2009 υπομνηστικού των κ.κ. ...και ... και σε σχέση με τα υπ'αριθ. πρωτ. .../ 17.12.2008 και .../31.3.2009 σχετικά έγγραφα του Συνηγόρου του Πολίτη προς τον Δικηγορικό Σύλλογο ... και με κριτήριο το έννομο συμφέρον των αιτούντων, όπως αυτό προσδιορίζεται από σχετική γνωμοδότηση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα για τα στοιχεία αυτά, γνωστοποιήσαμε σ'αυτούς, στοιχεία που αφορούν τις πειθαρχικές σας διώξεις. Συγκεκριμένα στους προαναφερόμενους αιτούντες γνωστοποιήσαμε τα ακόλουθα:...». 4. Επειδή, υπό τα ανωτέρω δεδομένα, το προσβαλλόμενο έγγραφο του Δικηγορικού Συλλόγου ..., με το οποίο κοινοποιούνται σε τρίτους στοιχεία που αφορούν πειθαρχικές διώξεις και ποινές σε βάρος του αιτούντος, δικηγόρου και μέλους του εν λόγω δικηγορικού συλλόγου, δηλ. στοιχεία που περιέχουν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, των οποίων η επεξεργασία και η χρήση από τους τρίτους μπορούν να έχουν για τον αιτούντα, στον οποίο αφορούν, δυσμενείς συνέπειες και να προσβάλουν ηθικό ή άλλο έννομο συμφέρον αυτού, έχει εκτελεστό χαρακτήρα και, για το λόγο αυτό, παραδεκτώς προσβάλλεται εν προκειμένω με την υπό κρίση αίτηση, τα δε περί του αντιθέτου, με το κατατεθέν στις 14.2.2017 υπόμνημα του Δικηγορικού Συλλόγου ... υποστηριζόμενα, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Εξάλλου, ενόψει του περιεχομένου του ως άνω εγγράφου, ο αιτών έχει προφανές ηθικό έννομο συμφέρον για την ακύρωσή του. 5. Επειδή, ο ν. 2472/1997 «Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» (Α΄ 50), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, όριζε μεταξύ άλλων, στο άρθρο 2 ότι: «Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου νοούνται ως: α) “Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα”, κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων. β) (όπως η περίπτωση αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο όγδοο παρ. 3 του ν. 3625/2007, Α΄ 290) “Ευαίσθητα δεδομένα” τα δεδομένα που αφορούν στη φυλετική ή εθνική προέλευση, στα πολιτικά φρονήματα, στις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις, στη συμμετοχή σε συνδικαλιστική οργάνωση, στην υγεία, στην κοινωνική πρόνοια και στην ερωτική ζωή, στα σχετικά με ποινικές διώξεις ή καταδίκες, καθώς και στη συμμετοχή σε συναφείς με τα ανωτέρω ενώσεις προσώπων. γ) ...», στο άρθρο 4 παρ. 1 ότι: «Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για να τύχουν νόμιμης επεξεργασίας πρέπει: α) Να συλλέγονται κατά τρόπο θεμιτό και νόμιμο για καθορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς και να υφίστανται θεμιτή και νόμιμη επεξεργασία ενόψει των σκοπών αυτών, β) Να είναι συναφή, πρόσφορα, και όχι περισσότερα από όσα κάθε φορά απαιτείται εν όψει των σκοπών της επεξεργασίας. γ) ... δ) ...», στο άρθρο 5 ότι: «1. Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται μόνον όταν το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει τη συγκατάθεσή του. 2. Κατ'εξαίρεση επιτρέπεται η επεξεργασία και χωρίς τη συγκατάθεση, όταν: α) ... ε) Η επεξεργασία είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του έννομου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο τρίτος ή οι τρίτοι στους οποίους ανακοινώνονται τα δεδομένα και υπό τον όρο ότι τούτο υπερέχει προφανώς των δικαιωμάτων και συμφερόντων των προσώπων στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα και δεν θίγονται οι θεμελιώδεις ελευθερίες αυτών». Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ. 3 του ν. 2472/1997 «Εάν τα δεδομένα ανακοινώνονται σε τρίτους, το υποκείμενο ενημερώνεται για την ανακοίνωση πριν από αυτούς». Όμοια πρόβλεψη περιλαμβάνεται και στο άρθρο 5 παρ. 1 της 1/1999 Κανονιστικής Πράξεως της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα με τίτλο «Ενημέρωση του υποκειμένου των δεδομένων κατ'άρθρο 11 Ν. 2472/1997» (Β΄ 555). Εξάλλου, με το άρθρο 13 του ως άνω ν. 2472/1997 ορίζεται ότι: «1. Το υποκείμενο των δεδομένων έχει δικαίωμα να προβάλλει οποτεδήποτε αντιρρήσεις για την επεξεργασία δεδομένων που το αφορούν. Οι αντιρρήσεις απευθύνονται εγγράφως στον υπεύθυνο επεξεργασίας και πρέπει να περιέχουν αίτημα για συγκεκριμένη ενέργεια, όπως διόρθωση, προσωρινή μη χρησιμοποίηση, δέσμευση, μη διαβίβαση ή διαγραφή. Ο υπεύθυνος επεξεργασίας έχει την υποχρέωση να απαντήσει εγγράφως επί των αντιρρήσεων μέσα σε αποκλειστική προθεσμία δεκαπέντε (15) ημερών. Στην απάντησή του οφείλει να ενημερώσει το υποκείμενο για τις ενέργειες στις οποίες προέβη ή, ενδεχομένως, για τους λόγους που δεν ικανοποίησε το αίτημα. Η απάντηση σε περίπτωση απόρριψης των αντιρρήσεων πρέπει να κοινοποιείται και στην Αρχή. 2. Εάν ο υπεύθυνος επεξεργασίας δεν απαντήσει εμπροθέσμως ή η απάντησή του δεν είναι ικανοποιητική, το υποκείμενο των δεδομένων έχει δικαίωμα να προσφύγει στην Αρχή και να ζητήσει την εξέταση των αντιρρήσεών του. Εάν η Αρχή πιθανολογήσει ότι οι αντιρρήσεις είναι εύλογες και ότι συντρέχει κίνδυνος σοβαρής βλάβης του υποκειμένου από τη συνέχιση της επεξεργασίας, μπορεί να επιβάλλει την άμεση αναστολή της επεξεργασίας έως ότου εκδώσει οριστική απόφαση επί των αντιρρήσεων. 3. ...». 6. Επειδή, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, η γνωστοποίηση προς τρίτα πρόσωπα στοιχείων πειθαρχικών διώξεων δικηγόρου, τα οποία δεν εμπίπτουν σε κάποια από τις απαριθμούμενες στην περίπτωση β΄ του άρθρου 2 του ν. 2472/1997 κατηγορίες, συνιστά επεξεργασία απλών και όχι ευαίσθητων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, για την οποία υφίσταται πάντως σε κάθε περίπτωση υποχρέωση προηγούμενης ενημερώσεως του υποκειμένου των δεδομένων ακόμη και όταν, κατ'εξαίρεση, δεν απαιτείται για την ανακοίνωση των συγκεκριμένων δεδομένων η συγκατάθεση αυτού (πρβλ. ΣτΕ 763/2010, 3154/2008, 2252/2005 7μ.). Τέτοια περίπτωση μπορεί να συντρέχει ιδίως όταν η χορήγηση προσωπικών δεδομένων είναι αναγκαία για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου (βλ. περ. γ΄ του άρθρου 7 παρ. 2 του ν. 2472/1997 που αναφέρεται στα ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα, το οποίο ισχύει κατά μείζονα λόγο και για τα απλά προσωπικά δεδομένα). Στην τελευταία όμως αυτή περίπτωση, για τη χορήγηση των προσωπικών δεδομένων, ο τρίτος πρέπει να επικαλείται και να αποδεικνύει ότι τα συγκεκριμένα στοιχεία είναι απολύτως αναγκαία και πρόσφορα για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματός του ενώπιον δικαστηρίου, και δη ενόψει συγκεκριμένης εκκρεμούς δίκης, ώστε εκ του συγκεκριμένου σκοπού να οριοθετείται και η έκταση των αναγκαίων και πρόσφορων για το σκοπό αυτό στοιχείων που επιτρέπεται να χορηγηθούν. Η αναγκαιότητα εξάλλου αυτή υφίσταται όταν ο επιδιωκόμενος σκοπός δεν μπορεί να επιτευχθεί με άλλα ηπιότερα μέσα (βλ. και σχετικές αποφάσεις της ανεξάρτητης Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα 10/2015, 19/2010, 25/2007). 7. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα εκτεθέντα στη σκέψη 2 της παρούσας αποφάσεως, η προσβαλλόμενη πράξη, με την οποία ανακοινώθηκαν στοιχεία των πειθαρχικών διώξεων του αιτούντος σε τρίτα πρόσωπα, εκδόθηκε κατά παράβαση του άρθρου 5 παρ. 2 ε΄ του ν. 2472/1997. Και τούτο, διότι συνιστούσε επεξεργασία προσωπικών δεδομένων που δεν μπορούσε να γίνει χωρίς τη συγκατάθεση αυτού, καθόσον η επίκληση αορίστως με την αίτηση των εν λόγω προσώπων της υπάρξεως μεταξύ τους «αντιδικίας», χωρίς να προσδιορίζεται ειδικότερα η αντιδικία αυτή και να εξειδικεύεται, κατ'ακολουθία, η αναγκαιότητα χρησιμοποιήσεως των προσωπικών δεδομένων του τελευταίου και μάλιστα όλων εν γένει των στοιχείων που αφορούσαν σε πειθαρχικές του διώξεις, δεν στοιχειοθετούσε το κατά την ανωτέρω διάταξη έννομο συμφέρον, η ικανοποίηση του οποίου θα δικαιολογούσε, εφόσον μάλιστα υπερείχε προφανώς των δικαιωμάτων και συμφερόντων του αιτούντος, τη γνωστοποίηση των στοιχείων αυτών. Η δε κατά το άρθρο 25 παρ. 4 εδάφ. β΄ του ν. 1756/1988 σχετική εισαγγελική παραγγελία προς το Δικηγορικό Σύλλογο ..., ως εκ του παρατεθέντος περιεχομένου της, δεν ήταν ικανή να δικαιολογήσει την κατά παράβαση της ανωτέρω διατάξεως χορήγηση των προσωπικών δεδομένων του αιτούντος σε τρίτους, εφόσον για να είναι αυτή δεσμευτική θα έπρεπε να είναι αιτιολογημένη, να περιέχει ρητή έκφραση γνώμης του συντάκτη αυτής εισαγγελικού λειτουργού και να μην αποτελεί απλό διαβιβαστικό της σχετικής αιτήσεως έγγραφο (βλ. σχετ. ΑΠ 148/2013), όπως συνέβαινε εν προκειμένω που η συγκεκριμένη εισαγγελική παραγγελία διελάμβανε απλώς ότι αποστέλλεται η «συνημμένη αίτηση» και παρακαλείται ο Δικηγορικός Σύλλογος ... «για την κατά νόμο εκτίμηση των διαλαμβανομένων σ'αυτήν και τις εντεύθεν επιβαλλόμενες ενέργειες». Εξάλλου και σε κάθε περίπτωση, η πράξη αυτή εκδόθηκε χωρίς προηγούμενη ενημέρωση του αιτούντος για την ανακοίνωση των προσωπικών του δεδομένων στα προαναφερόμενα τρίτα πρόσωπα, κατά παράβαση του άρθρου 11 παρ. 3 του ν. 2472/1997, που επιβάλλει, κατά τα προεκτεθέντα, για κάθε ανακοίνωση προσωπικών δεδομένων σε τρίτο την ενημέρωση του υποκειμένου αυτών, ακόμη και σε περιπτώσεις που κατά το ως άνω άρθρο 5 παρ. 2 του ν. 2472/1997, δεν απαιτείται για την ανακοίνωση των συγκεκριμένων δεδομένων η συγκατάθεση αυτού (ΣτΕ 763/2010, 3154/2008, 2251-2/2005). Η παράλειψη δε αυτή στέρησε περαιτέρω από τον αιτούντα τη δυνατότητα να προβάλλει τις προβλεπόμενες από το άρθρο 13 του ίδιου νόμου αντιρρήσεις και να αποτρέψει ενδεχομένως την γνωστοποίηση των προσωπικών του στοιχείων στα πρόσωπα αυτά. 8. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη πράξη, κατά τα βασίμως με την κρινόμενη αίτηση προβαλλόμενα, να γίνει δε δεκτή η αίτηση αυτή, ενώ παρέλκει ως αλυσιτελής η εξέταση των λοιπών λόγων ακυρώσεως. Δ ι ά  τ α ύ τ α Αποβάλλει της δίκης τον Υπουργό Δικαιοσύνης. Δέχεται την αίτηση. Ακυρώνει την .../17.6.2009 πράξη του Διευθυντή του Δικηγορικού Συλλόγου ..... , σύμφωνα με το σκεπτικό. Διατάσσει την απόδοση του κατατεθέντος παραβόλου και Επιβάλλει στο Δικηγορικό Σύλλογο ... τη δικαστική δαπάνη του αιτούντος που ανέρχεται σε τετρακόσια εξήντα (460) ευρώ. Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 14 Φεβρουαρίου 2017 Η Προεδρεύουσα Αντιπρόεδρος Η Γραμματέας του Γ΄ Τμήματος Αικ. Σακελλαροπούλου Δ. Τετράδη και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 11ης Ιουλίου 2017. Η Πρόεδρος Η Γραμματέας του Γ΄ Τμήματος  του Α΄ Τμήματος Διακοπών Αικ. Σακελλαροπούλου Δ. Τετράδη ΣΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΛΑΟΥ Εντέλλεται προς κάθε δικαστικό επιμελητή να εκτελέσει όταν του το ζητήσουν την παραπάνω απόφαση, τους Εισαγγελείς να ενεργήσουν κατά την αρμοδιότητά τους και τους Διοικητές και τα άλλα όργανα της Δημόσιας Δύναμης να βοηθήσουν όταν τους ζητηθεί. Η εντολή πιστοποιείται με την σύνταξη και την υπογραφή του παρόντος. Αθήνα, ...

Η Πρόεδρος του Γ΄ Τμήματος Η Γραμματέας του Γ΄ Τμήματος Ρ.Κ.

 
 

Κυριακή, 26 Νοεμβρίου 2017

Μαγνητοφώνηση ποινικής δίκης


Ελευθερία του τύπου. Ιδιωτικές υποθέσεις με δημόσιο ενδιαφέρον. Ανταγωνιστικά δικαιώματα. 
Δικαίωμα πρόσβασης σε πληροφορίες για θέματα δημόσιου συμφέροντος και, δικαίωμα στην 
ιδιωτική ζωή. Τηλεοπτική μετάδοση ηχητικών αποσπάσματων ποινικής δίκης από ρεπόρτερ χωρίς 
την αντίστοιχη άδεια από το δικαστήριο όπως ορίζεται από το πορτογαλικό δίκαιο και καταδίκη 
της σε καταβολή προστίμου ύψους 1.500 ευρώ. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η επέμβαση στο 
δικαίωμα του δημοσιογράφου στην ελευθερία της έκφρασης ήταν "νόμιμη", ωστόσο, η πλειοψηφία 
κατέληξε στο συμπέρασμα ότι επειδή η ποινική διαδικασία είχε ήδη ολοκληρωθεί, και με δεδομένο 
ότι η δημοσιογράφος είχε παραμορφώσει τις φωνές, προκειμένου να αποφευχθεί η αναγνώρισή 
τους από το κοινό, δεν διαπιστώνεται παραβίαση του δικαιώματος του κατηγορουμένου σε δίκαιη 
δίκη ούτε υφίσταται βλάβη το δικαίωμα στην προστασία του ιδιωτικού βίου. 

 Διαδικασία

 1. Η κα Sofia Pinto Coelho (η Προσφεύγουσα), υπήκοος Πορτογαλίας, προσέφυγε ενώπιον του 
Δικαστηρίου την 14η Ιουλίου 2011 με την προσφυγή υπ’αριθμ. 48718/11 κατά της Δημοκρατίας 
της Πορτογαλίας σύμφωνα με το άρθρο 34 της ΕΣΔΑ.

 2. Η Προσφεύγουσα εκπροσωπήθηκε από τον R. S. Fernandes, δικηγόρο Λισαβόνας. Η 
πορτογαλική κυβέρνηση (η Κυβέρνηση) εκπροσωπήθηκε από την εκπρόσωπό της, κα M. F. Da 
Graca Carvalho, αναπληρώτρια γενική επίτροπο.

 3. Η Προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η καταδίκη της για απείθεια παραβίασε το άρθρο 10 της ΕΣΔΑ.

 4. Την 11η Μαρτίου 2015, η Προσφυγή εστάλη στην Κυβέρνηση.

 Τα γεγονότα

 Ι. Τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης

 5. Η Προσφεύγουσα γεννήθηκε το 1963 και κατοικεί στη Λισαβόνα.

 6. Τυγχάνει δημοσιογράφος και ανταποκρίτρια δικαστικών υποθέσεων, για το πορτογαλικό 
τηλεοπτικό κανάλι SIC (Sociedade Independente de Comunicacao S.A.).

 Α. Το επίδικο ρεπορτάζ

 7. Την 12η Νοεμβρίου 2005, το τηλεοπτικό δελτίο ειδήσεων των 8 μ.μ. μετέδωσε ένα ρεπορτάζ 
της Προσφεύγουσας σχετικά με μία δικαστική υπόθεση. Το εν λόγω ρεπορτάζ αφορούσε, στο 
πλαίσιο ποινικής διαδικασίας κατά περισσοτέρων κατηγορουμένων, στην καταδίκη από το 
δικαστήριο της de Sintra του κου Ε., που έχει καταγωγή από το Πράσινο Ακρωτήριο και ηλικία 18 
ετών κατά τον κρίσιμο χρόνο, σε φυλάκιση τεσσάρων και ημίσεως ετών για την κλοπή με 
επιβαρυντικές περιστάσεις ενός κινητού τηλεφώνου [...].

 8. Στο ρεπορτάζ της, η Προσφεύγουσα υποστήριζε την αθωότητα του νεαρού και κατέγγελνε την 
καταδίκη του ως δικαστικό σφάλμα. Προς υποστήριξη της άποψής της, παρέπεμπε σε μαρτυρίες 
διάφορων νομικών και προσώπων που είχαν συμμετάσχει στην επίδικη διαδικασία.

 9. Καλύπτοντας πλάνα της αίθουσας του ακροατηρίου, στο οποίο συνεδρίασε δημόσια το 
δικαστήριο της de Sintra, το ρεπορτάζ μετέδιδε, επίσης, αποσπάσματα ηχογραφήσεων της 
ακρόασης στο ίδιο το δικαστήριο, συνοδευόμενα από υπότιτλους, ιδίως δε την εξέταση ενός 
μάρτυρα κατηγορίας και δύο μαρτύρων υπεράσπισης. Για την αναμετάδοση των εν λόγω 
αποσπασμάτων, οι φωνές των τριών δικαστών που απαρτούσαν το τμήμα του δικαστηρίου, 
καθώς και εκείνες των μαρτύρων, είχαν παραμορφωθεί. Η Προσφεύγουσα συνόδευε τα
εν λόγω αποσπάσματα με σχόλιά της, με σκοπό να αποδειχθεί ότι ο κος Ε είχε καταδικασθεί παρά 
το γεγονός ότι κανένα θύμα δεν τον είχε αναγνωρίσει και παρά το γεγονός ότι ο ίδιος υποστήριζε 
ότι την ώρα που διενεργήθηκε η εν λόγω κλοπή εργαζόταν.

 10. Για τη δημιουργία του εν λόγω ρεπορτάζ, η Προσφεύγουσα προσπάθησε να λάβει δηλώσεις 
των δικαστών που είχαν συμμετάσχει στη δίκη, αλλά εκείνοι δεν θέλησαν να εκφράσουν τη γνώμη 
τους.

 11. Μετά τη μετάδοση του ρεπορτάζ, ο πρόεδρος του τμήματος που δίκασε την υπόθεση 
προσέφυγε στην εισαγγελία καταγγέλλοντας την έλλειψη άδειας για τη μετάδοση των ηχητικών 
αποσπασμάτων της ακρόασης και των εικονολήψεων του ακροατηρίου.

 12. Τα πρόσωπα, των οποίων οι φωνές είχαν αναμεταδοθεί, δεν προσέφυγαν στα δικαστήρια για 
προσβολή του δικαιώματός τους στο λόγο.

 Β. Η ποινική διαδικασία (εσωτερική διαδικασία υπ’ αριθμ. 1985/05.6ΤΑΟΕR)

 13. Σε μη προσδιορισθείσα ημερομηνία, η εισαγγελία του δικαστηρίου της Oeiras κίνησε ποινική 
δίωξη για απείθεια (desobediencia) κατά της Προσφεύγουσας και άλλων τριών υπευθύνων του 
δελτίου των 8 μ.μ. του τηλεοπτικού καναλιού SIC.

 14. Με το από 4 Σεπτεμβρίου 2007 βούλευμα, η εισαγγελία παρουσίασε τις κατηγορίες της κατά 
των ανωτέρω. Ειδικότερα, θεώρησε ότι οι κατηγορούμενοι είχαν μεταδώσει την ηχητική 
καταγραφή της συνεδρίασης του δικαστηρίου του de Sintra κατά τη διάρκεια της ακροαματικής 
διαδικασίας, χωρίς την άδειά του, παραβιάζοντας έτσι το άρθρο 88 παρ. 2 εδ. Β του κώδικα 
ποινικής δικονομίας και το άρθρο 348 παρ. 1 εδ. Α του ποινικού κώδικα.

 15. Η Προσφεύγουσα και οι λοιποί τρεις κατηγορούμενοι αιτήθηκαν το άνοιγμα της ανακριτικής 
διαδικασίας ενώπιον του δικαστηρίου της ποινικής ανάκρισης του Oeira, αιτούμενοι, ειδικότερα, 
την απαλλαγή τους από την ποινική δίωξη για έλλειψη στοιχείων (despacho de nao pronuncia). 
Στο υπόμνημά της, η Προσφεύγουσα ισχυριζόταν, μεταξύ άλλων, ότι η μετάδοση ηχογράφησης 
που διενεργείται από τις ίδιες τις δικαστικές αρχές μίας συνεδρίασης δεν τιμωρείται από το άρθρο 
88 παρ. 2 εδ. Β του κώδικα ποινικής δικονομίας, αλλά τιμωρούνται μόνο οι λήψεις εικόνας και 
ήχου σε απευθείας μετάδοση και η μετέπειτα μετάδοσή τους. Το ανακριτικό δικαστήριο του Oeiras 
απέρριψε την αίτηση της Προσφεύγουσας με απόφασή του με ημερομηνία 14 Δεκεμβρίου 2007, 
επικυρώνοντας τις εις βάρος της κατηγορίες της εισαγγελίας.

 16. Η υπόθεση παραπέμφθηκε ενώπιον του δικαστηρίου του Oeiras. Σε μία μη προσδιορισθείσα 
ημερομηνία, η Προσφεύγουσα υπέβαλε το υπόμνημα υπεράσπισής της (contestacao). Με το ως 
άνω, αντέκρουε ότι είχε καταγράψει τη συνεδρίαση του δικαστηρίου και ισχυριζόταν ότι το 
ρεπορτάζ της είχε ως σκοπό να καταγγείλει ένα σοβαρό δικαστικό σφάλμα, κάτι το οποίο 
υπερίσχυε από κάθε παράνομη πράξη που ενδεχομένως να είχε διενεργήσει, ενόψει του 
δικαιώματος στην ελευθερία ενός προσώπου. Θεωρούσε, επίσης, ότι η ερμηνεία από τα δικαστήρια 
του άρθρου 88 παρ. 2 εδ. Β του κώδικα ποινικής δικονομίας παραβίαζε το δικαίωμα της ελευθερίας 
του τύπου.

 17. Με την από 6 Αυγούστου 2008 απόφασή του, το δικαστήριο του Oeiras έκρινε την 
Προσφεύγουσα ένοχη για απείθεια,θεωρώντας ότι η ως άνω είχε παραβιάσει τη νόμιμη απαγόρευση 
μετάδοσης άνευ άδειας του δικαστηρίου ηχογραφήσεως της συνεδρίασης του δικαστηρίου de 
Sintra. Θεώρησε δε, ότι τα αποσπάσματα που είχαν μεταδοθεί δεν ήταν απαραίτητα στοιχεία για το 
ρεπορτάζ της, ότι η ελευθερία του τύπου δεν ήταν απόλυτη και ότι, στο μέτρο που η 
Προσφεύγουσα είχε σπουδάσει νομική και τύχαινε δημοσιογράφος ειδικευμένη σε θέματα 
δικαστικών υποθέσεων, η ανωτέρω γνώριζε ότι η μετάδοσή τους ήταν απαγορευμένη από τον 
νόμο. Το δικαστήριο καταδίκασε, ως εκ τούτου, την ανωτέρω σε ποινή αντίστοιχη με πρόστιμο 60 
ημέρων ύψους 25 ευρώ ημερησίως, ήτοι σε 1.500 ευρώ, καθώς και στην πληρωμή των 
δικαστικών εξόδων. Για τον καθορισμό της ποινής του, το δικαστήριο έλαβε, επίσης, υπόψη ότι η 
Προσφεύγουσα είχε καταδικασθεί για απείθεια στο πλαίσιο μίας άλλης υπόθεσης.

 18. Σε μία μη προσδιορισθείσα ημερομηνία, η Προσφεύγουσα κατέθεσε έφεση ενώπιον του 
Εφετείου της Λισαβόνας. Με την ανωτέρω προσέβαλλε τα πραγματικά περιστατικά που είχαν 
θεωρηθεί ως αποδεδειγμένα από το δικαστήριο του Oeiras, καθώς και την ερμηνεία του άρθρου 
88 παρ. 2 εδ. Β του κώδικα ποινικής δικονομίας, επαναλαμβάνοντας ότι η απαγόρευση μετάδοσης 
ηχογραφήσεων ή εικονολήψεων μίας συνεδρίασης δικαστηρίου ίσχυε μόνον όταν η υπόθεση είναι 
εκκρεμής και όχι όταν έχει ολοκληρωθεί.

 19. Την 26η Μαΐου 2009, το Εφετείο της Λισαβόνας εξέδωσε την απόφασή του, επικυρώνοντας 
την απόφαση του δικαστηρίου του Oeiras. Όσον αφορά στα πραγματικά περιστατικά, θεώρησε ότι 
η Προσφεύγουσα γνώριζε ότι η μετάδοση των αποσπασμάτων υπόκειται σε άδεια του δικαστηρίου. 
Θεώρησε εν συνεχεία ότι δεν υπήρξε παραβίαση της ελευθερίας του τύπου και ότι εν προκειμένω 
υπήρχε ανάγκη να προστατευθούν τα δικαιώματα στον λόγο (direito a palavra) και στην ιδία 
εικόνα.

 20. Σε μία μη προσδιορισθείσα ημερομηνία, η Προσφεύγουσα προσέφυγε ενώπιον του 
Συνταγματικού δικαστηρίου για την αντισυνταγματικότητα του άρθρου 88 παρ. 2 εδ. Β του 
κώδικα ποινική δικονομίας.

 21. Με απόφαση της 15ης Φεβρουαρίου 2011, το Συνταγματικό δικαστήριο απέρριψε την 
προσφυγή της Προσφεύγουσας, καταλήγοντας στο ότι:

« [...] για τη μετάδοση ηχογραφήσεων διά του τύπου, η προϋπόθεση παροχής άδειας εξηγείται, 
τόσο από την ανάγκη προστασίας του δικαιώματος στον λόγο, όσο και από την ανάγκη 
εξασφάλισης των θεμιτών σκοπών για την επίτευξη της δικαιοσύνης που αποσκοπούνται με την 
ηχογράφηση. Ούτω, ενόψει της πλήρωσης των προϋποθέσεων προσδιορισμού της ηχογράφησης, 
τα υπό κρίση συμφέροντα αφορούν, αφενός στην ιδιωτική σφαίρα του δηλούντος, ο οποίος ελέγχει 
τις δηλώσεις του και τη χρήση τους, και αφετέρου στο συμφέρον της ορθής απονομής της 
δικαιοσύνης, το οποίο πρέπει να εξασφαλίζει σε εκείνον που, λόγω νομικής υποχρέωσης, υπόκειται 
σε καταγραφή του λόγου του στο πλαίσιο μίας δίκης, ότι ο δικαιούχος της ως άνω καταγραφής 
εμποδίζει τη μετάδοσή τους για σκοπούς άλλους από εκείνους που προβλέπονται από τον νόμο. 
Γι’αυτόν τον λόγο, δικαιολογείται η παροχή άδειας από τον δικαστή καθώς και η πρόβλεψη του 
ποινικού αδικήματος της απείθειας.

 Συνεπώς, δεν είναι υπερβολικό, εκείνος που υποχρεώθηκε να καταθέσει σύμφωνα με τον νόμο 
ενώπιον δικαστηρίου κατά τη διάρκεια μίας ακρόασης και του οποίου οι δηλώσεις καταγράφηκαν 
χωρίς να μπορεί να αιτηθεί την εξαίρεσή του, να αναμένει μία ενισχυμένη προστασία. Δεν είναι 
δυσανάλογο, εκείνος που έλαβε τις δηλώσεις στο πλαίσιο εκκρεμούς δίκης να μπορεί ευλόγως να 
ελέγχει τις ληφθείσες δηλώσεις βάσει νομικής υποχρέωσης ελέγχοντας τον σκοπό που έχουν δοθεί.

 Η απαίτηση χορήγησης άδειας από το δικαστήριο για τη μετάδοση ηχογράφησης των δηλώσεων 
που δόθηκαν στο πλαίσιο μιας δίκης, χωρίς κανέναν χρονικό περιορισμό, εξακολουθώντας, έτσι, να 
ισχύει και μετά το πέρας της δίκης εντός της οποίας η ακρόαση έλαβε χώρα, δεν συνιστά 
ακατάλληλο και υπερβολικό μέτρο. Δικαιολογείται στο όνομα της προστασίας του δικαιώματος 
στον λόγο και για λόγους ορθής απονομής της δικαιοσύνης, κάτι το οποίο καθιστά θεμιτή την 
επέμβαση που περιορίζει την ελευθερία της έκφρασης.

 Η υποχρέωση χορήγησης άδειας από το δικαστήριο, εν προκειμένω, δεν παραβιάζει την αρχή της 
αναλογικότητας, δεδομένου ότι περιορίζεται στο αναγκαίο μέτρο για την εξασφάλιση του 
δικαιώματος στον λόγο και στην ορθή απονομή της δικαιοσύνης.»

 22. Το δικαστήριο καταλήγει ότι η ερμηνεία του άρθρου 88 παρ. 2 εδ. Β του κώδικα ποινικής 
δικονομίας, σύμφωνα με την οποία απαγορεύεται η μετάδοση της ηχογράφησης μίας δικαστικής 
συνεδριάσεως, χωρίς την άδεια του δικαστηρίου, είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα και δεν παραβιάζει 
ειδικότερα το άρθρο 38 του Συντάγματος το οποίο εξασφαλίζει την ελευθερία του τύπου.

 ΙΙ. Συναφές Εθνικό Δίκαιο

 23. Εν προκειμένω, οι σχετικές διατάξεις εθνικού δικαίου κατά τον κρίσιμο χρόνο ήσαν οι εξής:

 Άρθρο 38 του Συντάγματος

 «1. Η ελευθερία του τύπου είναι εγγυημένη.

 2. Η ελευθερία του τύπου έχει τις εξής συνιστάμενες:

 α) Την ελευθερία της έκφρασης και δημιουργίας για τους δημοσιογράφους και τους συνεργάτες 
αυτών, καθώς και τη συμμετοχή των πρώτων στον σχεδιασμό εκδοτικής γραμμής του μέσου 
επικοινωνίας για το οποίο εργάζονται.

 β) Κάθε δημοσιογράφος έχει πρόσβαση στις πηγές, υπό τις προβλεπόμενες από τον νόμο 
προϋποθέσεις. Η ανεξαρτησία του και το επαγγελματικό απόρρητο προστατεύονται. Έχει, επίσης, 
το δικαίωμα να εκλέγει μέλη των συντακτικών επιτροπών. (...)»

 Άρθρο 88 του κώδικα ποινικής δικονομίας

 «1. Τα όργανα του τύπου δύνανται, εντός των νόμιμων περιορισμών, να μεταδίδουν το 
περιεχόμενο διαδικαστικών πράξεων που δεν καλύπτονται από το απόρρητο των ερευνών 
(segredo de justica) (...)

 2. Ωστόσο δεν επιτρέπεται, επί ποινή απλής απείθειας, η:

 α) αναπαραγωγή των διαδικαστικών στοιχείων ή εγγράφων που κατατίθενται στον φάκελο μίας 
δίκης έως την έκδοση απόφασης στον πρώτο βαθμό, εκτός εάν τα εν λόγω στοιχεία ελήφθησαν 
μετά από κατάθεση αιτήσεως στην οποία αναφέρεται ο σκοπός της εν λόγω αίτησης ή εάν η 
δικαστική αρχή που είναι αρμόδια για τη διαδικασία έδωσε ρητώς την άδειά της για την εν λόγω 
αναπαραγωγή.

 β) μετάδοση ή καταγραφή εικόνων ή ηχολήψεων που αφορούν στη διενέργεια οποιασδήποτε 
διαδικαστικής πράξεως, κυρίως δε της ακρόασης, εκτός εάν δόθηκε άδεια μέσω διάταξης από τη 
δικαστική αρχή που αναφέρεται στο προηγούμενο εδάφιο. Εντούτοις, δεν επιτρέπεται η μετάδοση 
ή καταγραφή εικόνων ή ηχολήψεων που αφορούν σε πρόσωπο το οποίο εναντιώνεται στις ως 
άνω. (...)»

 Άρθρο 348 του ποινικού κώδικα

«1. Οποιοσδήποτε δεν συμμορφώνεται σε μία νόμιμη εντολή ή διαταγή που δίνεται ή προέρχεται 
από αρχές ή κάποιον αρμόδιο δημόσιο λειτουργό, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης έως ενός έτους ή 
με πρόστιμο έως 120 ημέρες προστίμου:

α) εάν κάποια νόμιμη διάταξη τιμωρεί εν προκειμένω την απλή απείθεια, (...)»

 ΙΙΙ. Συναφές Διεθνές Δίκαιο

 24. Η Σύσταση υπ’αριθμ. Rec (2003) 13 της Επιτροπής Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης 
προς τις χώρες μέλη σχετικά με τη μετάδοση πληροφοριών από τα μέσα ενημέρωσης σε σχέση με 
τις ποινικές διαδικασίες έχει ως εξής:

 «(...) Υπενθυμίζοντας ότι τα μέσα ενημέρωσης έχουν το δικαίωμα να ενημερώνουν το κοινό για το 
δικαίωμά του να λαμβάνει πληροφορίες, συμπεριλαμβανομένων και των πληροφοριών σχετικά με 
ζητήματα δημοσίου ενδιαφέροντος, σε εφαρμογή του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ και ότι έχουν 
επαγγελματική υποχρέωση να το διενεργούν.

 Υπενθυμίζοντας ότι τα δικαιώματα του τεκμηρίου αθωότητας, της δίκαιης δίκης και του σεβασμού 
του ιδιωτικού και οικογενειακού βίου, που προστατεύονται από τα άρθρα 6 και 8 της Σύμβασης, 
αποτελούν βασικές απαιτήσεις που πρέπει να τηρούνται σε κάθε δημοκρατική κοινωνία.

 Υπογραμμίζοντας τη σημασία των ρεπορτάζ που διενεργούνται από μέσα ενημέρωσης σχετικά με 
ποινικές δίκες, ώστε να ενημερώνεται το κοινό, να προβάλλεται η αποτρεπτική λειτουργία του 
ποινικού δικαίου και να επιτρέπεται στο κοινό η άσκηση εποπτείας επί της λειτουργίας του 
συστήματος ποινικής δικαιοσύνης.

 Ενόψει των ενδεχομένως συγκρουόμενων συμφερόντων που προστατεύονται από τα άρθρα 6, 8 
και 10 της ΕΣΔΑ και της ανάγκης εξασφάλισης ισορροπίας μεταξύ των εν λόγω δικαιωμάτων σε 
σχέση με τις περιστάσεις της εκάστοτε συγκεκριμένης περίπτωσης, λαμβανόμενου δεόντως υπόψη 
του ρόλου ελέγχου του ΕΔΔΑ για την εξασφάλιση της συμμόρφωσης με τις δεσμεύσεις που 
συνήφθησαν με την ΕΣΔΑ. (...)

 Επιθυμώντας να προωθηθεί ένας εμπεριστατωμένος διάλογος σχετικά με την προστασία των 
εμπλεκόμενων δικαιωμάτων και των συμφερόντων στα ρεπορτάζ που διενεργούνται από μέσα 
ενημέρωσης σχετικά με τις ποινικές διαδικασίες, καθώς και να προωθηθούν ορθές πρακτικές σε 
όλη την Ευρώπη, διασφαλίζοντας συγχρόνως την πρόσβαση των μέσων ενημέρωσης στις ποινικές 
διαδικασίες. (...)

 Συστήνει, αναγνωρίζοντας παράλληλα την ποικιλομορφία των εθνικών νομικών συστημάτων 
σχετικά με την ποινική διαδικασία, στις κυβερνήσεις των κρατών μελών:

 1) να λάβουν ή ενισχύσουν, αναλόγως, κάθε μέτρο που θεωρούν αναγκαίο για την εφαρμογή των 
αρχών που περιλαμβάνονται στην παρούσα Σύσταση, εντός του ορίου των σχετικών 
συνταγματικών διατάξεων.

 2) να μεταδώσουν ευρέως την παρούσα Σύσταση και τις αρχές που περιλαμβάνονται στην 
παρούσα, συνοδεύοντάς τις εφόσον είναι αναγκαίο από μία μετάφραση και,

 3) να τις θέσουν κυρίως σε γνώση των δικαστικών και αστυνομικών αρχών και στη διάθεση των 
οργανώσεων που εκπροσωπούν τους νομικούς και τους επαγγελματίες των μέσων ενημέρωσης.

 Παράρτημα στη Σύσταση υπ’αριθμ. Rec (2003) 13 - Αρχές που αφορούν στη μετάδοση 
πληροφοριών από τα μέσα ενημέρωσης σε σχέση με ποινικές διαδικασίες.

 Αρχή 1 – Ενημέρωση του κοινού από τα μέσα ενημέρωσης

 Το κοινό πρέπει να είναι σε θέση να λαμβάνει πληροφορίες σχετικά με τις δραστηριότητες των 
δικαστικών και αστυνομικών αρχών μέσω των μέσων ενημέρωσης. Οι δημοσιογράφοι πρέπει, 
συνεπώς, να είναι ελεύθεροι να μεταδίδουν και να σχολιάζουν θέματα σε σχέση με τη λειτουργία 
του συστήματος ποινικής δικαιοσύνης, με μόνους περιορισμούς εκείνους που προβλέπονται από 
την εφαρμογή των ακόλουθων αρχών.

 Αρχή 2 – Τεκμήριο αθωότητας

 Ο σεβασμός του τεκμηρίου της αθωότητας αποτελεί ενιαίο μέρος του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη. 

 Συνεπώς, οι απόψεις και πληροφορίες που αφορούν σε εκκρεμούσες ποινικές διαδικασίες δύνανται 
να κοινοποιούνται ή μεταδίδονται από τα μέσα ενημέρωσης, μόνον εφόσον δεν παραβιάζεται το 
τεκμήριο αθωότητας του υπόπτου ή κατηγορουμένου. (...)

 Αρχή 6 – Τακτική πληροφόρηση στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών

 Στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών δημοσίου ενδιαφέροντος ή άλλων διαδικασιών που 
προσελκύουν ιδιαίτερα το ενδιαφέρον του κοινού, οι δικαστικές ή αστυνομικές αρχές οφείλουν να 
πληροφορούν τα μέσα ενημέρωσης για τις κύριες πράξεις τους, εφόσον δεν παραβιάζεται το 
απόρρητο των ερευνών και των αστυνομικών ερευνών και ότι δεν καθυστερείται ή εμποδίζεται η 
επέλευση των αποτελεσμάτων των διαδικασιών. Σε περίπτωση ποινικών διαδικασιών που διαρκούν 
για μεγάλη περίοδο, η εν λόγω πληροφόρηση πρέπει να παρέχεται τακτικώς. (...)

 Αρχή 8 – Προστασία του ιδιωτικού βίου στο πλαίσιο εκκρεμών ποινικών διαδικασιών

 Η παροχή πληροφοριών για πρόσωπα που υποπτεύονται, κατηγορούνται ή έχουν καταδικασθεί, 
καθώς και των άλλων διαδίκων στις ποινικές διαδικασίες πρέπει να σέβεται το δικαίωμά τους στην 
προστασία του ιδιωτικού τους βίου, σύμφωνα με το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ. Μία ιδιαίτερη προστασία 
πρέπει να παρέχεται στους διαδίκους που τυγχάνουν ανήλικοι ή που ανήκουν σε άλλη κατηγορία 
ευαίσθητων προσώπων, στα θύματα, στους μάρτυρες και στις οικογένειες των προσώπων που 
υποπτεύονται, κατηγορούνται ή έχουν καταδικασθεί. Σε κάθε περίπτωση, μία ιδιαίτερη προσοχή 
πρέπει να δοθεί στη ζημία που μπορεί να προκληθεί στα ως άνω πρόσωπα από την κοινοποίηση 
πληροφοριών που δίνουν τη δυνατότητα να εξακριβώνεται η ταυτότητα των ανωτέρω.»

 Νομικά ζητήματα

 Ι. Επικαλούμενη παραβίαση του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ

 25. Η Προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η ποινική καταδίκη της για μη αδειοδοτημένη χρήση 
καταγραφής της ακρόασης του δικαστηρίου παραβιάζει το δικαίωμά της στην ελευθερία της 
έκφρασης, όπως προβλέπεται από το άρθρο 10 της ΕΣΔΑ, και δη από τις ακόλουθες σχετικές 
παραγράφους τις:

«Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης. Το δικαίωμα αυτό περιλαμβάνει την 
ελευθερία της γνώμης όπως και την ελευθερία λήψης ή μετάδοσης πληροφοριών ή ιδεών, χωρίς 
την επέμβαση δημόσιων αρχών και ασχέτως συνόρων. Το άρθρο αυτό δεν κωλύει τα Κράτη από 
το να υποβάλλουν τις επιχειρήσεις ραδιοφωνίας, κινηματογράφου ή τηλεόρασης στους 
κανονισμούς έκδοσης αδειών λειτουργίας.

 2. Η άσκηση των ελευθεριών αυτών, συνεπαγομένων καθήκοντα και ευθύνες μπορεί να υπαχθεί 
σε ορισμένες διατυπώσεις, όρους, περιορισμούς ή κυρώσεις, που προβλέπονται από τον νόμο και 
αποτελούν τα αναγκαία μέτρα σε μία δημοκρατική κοινωνία για την εθνική ασφάλεια, την εδαφική 
ακεραιότητα ή τη δημόσια ασφάλεια, την προάσπιση της τάξης και την πρόληψη του εγκλήματος, 
την προστασία της υγείας ή της ηθικής, την προστασία της υπόληψης ή των δικαιωμάτων των 
τρίτων, την παρεμπόδιση της κοινολογήσεως εμπιστευτικών πληροφοριών ή τη διασφάλιση του 
κύρους και αμεροληψίας της δικαστικής αρχής.»

 26. Η Κυβέρνηση αντιτίθεται σε αυτήν τη θέση.

 Α. Παραδεκτό

 27. Το Δικαστήριο κρίνει ότι η προσφυγή δεν τυγχάνει προδήλως αβάσιμη υπό την έννοια του 
άρθρου 35 παρ. 3 α της ΕΣΔΑ και ότι δεν εμπίπτει σε κάποιον άλλον λόγο απαραδέκτου. Συνεπώς 
οφείλει να την κηρύξει παραδεκτή.

 Β. Επί της ουσίας της προσφυγής

 1. Ισχυρισμοί των διαδίκων

 28. Η Προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η καταδίκη της για τη μετάδοση αποσπασμάτων ηχητικής 
καταγραφής της ακρόασης συνιστά παραβίαση της ελευθερίας της έκφρασής της. Καταρχάς, 
επισημαίνει ότι οι φωνές των μαρτύρων και των δικαστών είχαν παραμορφωθεί και ότι οι ως άνω 
δεν είχαν ταυτοποιηθεί. Εκθέτει, εν συνεχεία, ότι το άρθρο 88 του κώδικα ποινικής δικονομίας 
υποβάλλει τη χρήση μίας καταγραφής δικαστικής ακροάσεως στην άδεια του δικαστή που 
προεδρεύει την υπόθεση, μόνον εάν η προβλεπόμενη χρήση λαμβάνει χώρα πριν από την έκδοση 
της απόφασης. Υποστηρίζει ότι, εν προκειμένω, η χρήση αποσπασμάτων της καταγραφής είχε 
σκοπό να καταγγείλει ένα δικαστικό σφάλμα, μία πράξη σοβαρή και δημοσίου ενδιαφέροντος, που 
διενεργήθηκε από το ίδιο το δικαστήριο που θα ήταν αρμόδιο για τη χορήγηση της προηγούμενης 
άδειας. Για εκείνην, η ποινική καταδίκη της για την έλλειψη αίτησης χορήγησης προηγούμενης 
άδειας είναι δυσανάλογη. Η Προσφεύγουσα συμπεραίνει ότι, παρά τον επικαλούμενο θεμιτό σκοπό, 
με την διά της προσβαλλόμενης απόφασης καταδίκη της, η οποία στηρίζεται σε τυπικούς λόγους, 
και η οποία έκρινε ότι υπερισχύει το δικαίωμα στον λόγο των συμμετέχοντων έναντι του 
δικαιώματός της στην ελευθερία έκφρασης, δεν επιτεύχθηκε μια δίκαιη ισορροπία μεταξύ των 
συγκρουόμενων συμφερόντων. Σύμφωνα με την ανωτέρω, το δικαίωμα πληροφόρησης υπερισχύει 
έναντι των λοιπών υπό κρίση συμφερόντων.

 29. Η Κυβέρνηση αναγνωρίζει ότι υφίσταται επέμβαση στο δικαίωμα στην ελεύθερη έκφραση της 
Προσφεύγουσας. Σύμφωνα με την ανωτέρω, η ως άνω επέμβαση προβλέπεται από τον νόμο και 
ακολουθεί θεμιτούς σκοπούς, ήτοι την προστασία των προσώπων που παρενέβησαν στην 
ακροαματική διαδικασία, ιδίως δε του δικαιώματός τους στον λόγο και του δικαιώματός τους στον 
σεβασμό του ιδιωτικού τους βίου. Πρόκειται, επίσης, να εξασφαλισθεί η ορθή απονομή της 
δικαιοσύνης.

 30. Εντούτοις, η Προσφεύγουσα, ελλείψει σχετικής αίτησης στον δικαστή για τη χορήγηση 
προηγούμενης άδειας για τη μετάδοση των αποσπασμάτων της καταγραφής της ακρόασης, δεν 
έδωσε την ευκαιρία στον δικαστή να βρει μία ισορροποία μεταξύ, αφενός του δικαιώματος στην 
ελεύθερη έκφραση και αφετέρου της προστασίας του δικαιώματος στον λόγο των υποκειμένων 
των σχετικών δηλώσεων και του συμφέροντος στην ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Η Κυβέρνηση 
αναγνωρίζει ότι κανένας από τους καταθέσαντες μάρτυρες δεν υπέβαλε μήνυση κατά της χρήσης 
(άνευ αδείας) της καταγραφής. Θεωρεί ωστόσο ότι, ενόψει του υποχρεωτικού χαρακτήρα της 
ηχητικής καταγραφής για τον σκοπό ενδεχόμενης μελλοντικής προσφυγής, οι δικαστικές αρχές 
πρέπει να προστατεύουν το περιεχόμενο των εν λόγω καταγραφών κατά χρήσεων εκτός της 
διαδικασίας, δικαιολογώντας, ούτω, την ανάγκη χορήγησης προηγούμενων αδειών ακόμη και μετά 
την έκδοση της απόφασης. Η Κυβέρνηση θεωρεί, επίσης, ότι η Προσφεύγουσα μπορούσε να 
παρουσιάσει το ρεπορτάζ της, περιγράφοντας το περιεχόμενο των δηλώσεων που δόθηκαν στο 
πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας, χωρίς να κάνει χρήση των επίδικων ηχολήψεων. Η 
Κυβέρνηση καταλήγει ότι δεν υφίσταται παραβίαση του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ.

 2. Κρίση του Δικαστηρίου

 31. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι η Προσφεύγουσα καταδικάσθηκε στην πληρωμή προστίμου, για 
τη χρήση στο ρεπορτάζ της αποσπασμάτων της καταγραφής μίας ακρόασης δικαστηρίου. 
Υφίσταται, συνεπώς, λόγος να προσδιορισθεί, εάν η εν λόγω ποινική καταδίκη της συνιστά 
επέμβαση στην άσκηση της ελεύθερης έκφρασης που «προβλέπεται από τον νόμο», δικαιολογείται 
από έναν ή περισσότερους νόμιμους σκοπούς ενόψει της παρ. 2 του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ και είναι 
«αναγκαία, σε μία δημοκρατική κοινωνία».

 α) Επί της ύπαρξης επέμβασης

 32. Τα μέρη συμφωνούν στο γεγονός ότι η καταδίκη της Προσφεύγουσας συνιστά επέμβαση στο 
δικαίωμα της ως άνω στην ελεύθερη έκφραση, όπως προστατεύεται από το άρθρο 10 παρ. 1 της 
ΕΣΔΑ. Το Δικαστήριο κρίνει, επίσης, ότι η επέμβαση στο δικαίωμα της Προσφεύγουσας στην 
ελεύθερη έκφραση είναι αδιαμφισβήτητη.

 β) «Προβλεπόμενη από τον νόμο»

 33. Δεν αμφισβητείται από τα μέρη ότι η επέμβαση προβλέπεται από τον νόμο, ήτοι από το άρθρο 
88 του πορτογαλικού κώδικα ποινικής δικονομίας. Το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν υφίσταται λόγος 
για αντίθετη κρίση.

 γ) Νόμιμος σκοπός

 34. Η Προσφεύγουσα δεν αμφισβητεί το γεγονός ότι η επίδικη καταδίκη ακολουθεί νόμιμους 
σκοπούς. Η Κυβέρνηση επισημαίνει δε, ότι αφορά στην προστασία της ορθής απονομής της 
δικαιοσύνης και των δικαιωμάτων των άλλων. Το δε Δικαστήριο σημειώνει ότι τα εθνικά 
δικαστήρια θεώρησαν ότι η καταδίκη της Προσφεύγουσας δικαιολογείτο από την προστασία του 
δικαιώματος στον λόγο τρίτου. Το συνταγματικό δικαστήριο έκρινε ότι η ορθή απονομή της 
δικαιοσύνης εμπλεκόταν επίσης εν προκειμένω, δεδομένου ότι η καταγραφή μίας ακρόασης 
δικαστηρίου περιέχει δηλώσεις προσώπων που υποχρεώνονται από τον νόμο να καταθέσουν 
ενώπιον του δικαστηρίου, το οποίο είναι συνεπώς ο προστάτης των εν λόγω δηλώσεων. Οι εν 
λόγω σκοποί αντιστοιχούν στην προστασία της «εξουσίας και της αμεροληψίας της δικαστικής 
αρχής» και στην προστασία «της φήμης (και) των δικαιωμάτων άλλων» (βλ. Ernst και λοιποί κατά 
Βελγίου, no 33400/96, § 98, 15 Ιουλίου 2003, και Dupuis και λοιποί κατά Γαλλίας, no 1914/02, § 
32, 7 Ιουνίου 2007). Το Δικαστήριο κρίνει συνεπώς τους εν λόγω σκοπούς ως νόμιμους.

 35. Μένει να ελεγχθεί ότι η επέμβαση ήταν «αναγκαία σε μία δημοκρατική κοινωνία».

 δ) «Αναγκαία σε μία δημοκρατική κοινωνία»

 ι. Οι γενικές αρχές

 36. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι η ελευθερία της έκφρασης αποτελεί ένα από τα βασικά θεμέλια 
σε μία δημοκρατική κοινωνία και ότι οι εγγυήσεις που παρέχονται στον Τύπο είναι ιδιαίτερης 
σημασίας (βλ. μεταξύ άλλων Jersild κατά Δανίας, 23 Σεπτεμβρίου 1994, § 31, serie A no 298, Worm 
κατά Αυστρίας, 29 Αυγούστου 1997, § 47, Recueil des arrets et decisions 1997-V, και Fressoz και 
Roire κατά Γαλλίας [GC], no 29183/95, § 45, ΕΔΔΑ 1999-I ).

 37. Ο Τύπος παίζει σημαντικό ρόλο σε μία δημοκρατική κοινωνία: εάν και δεν πρέπει να υπερβαίνει 
ορισμένα όρια, ενόψει κυρίως της προστασίας της υπόληψης και των δικαιωμάτων των άλλων, 
καθώς και της ανάγκης αποφυγής της κοινοποίησης εμπιστευτικών πληροφοριών, υποχρεώνεται 
ωστόσο να διαδίδει, στο πλαίσιο των καθηκόντων και των ευθυνών του, πληροφορίες και ιδέες για 
κάθε θέμα δημοσίου ενδιαφέροντος (De Haes και Gijsels κατά Βελγίου, 24 Φεβρουαρίου 1997, § 
37, Recueil 1997-I, Bladet Tromso και Stensaas κατά Νορβηγίας [GC], no 21980/93, § 62, ΕΔΔΑ 
1999-III, Thoma κατά Λουξεμβούργου, no 38432/97, §§ 43-45, ΕΔΔΑ 2001-III, και Tourancheau 
και July κατά Γαλλίας, no 53886/00, § 65, 24 Νοεμβρίου 2005) .

 38. Ειδικότερα, δεν δύναται να θεωρηθεί ότι οι υποθέσεις που εξετάζουν τα δικαστήρια δεν 
μπορούν πριν ή ακόμη και κατά τη διάρκειά της εξέτασής τους, να συζητηθούν σε άλλα μέρη, είτε 
στο πλαίσιο ειδικευμένων περιοδικών, είτε στον γενικό Τύπο ή από το ίδιο το κοινό. Δεν είναι μόνο 
αποστολή του Τύπου να μεταδίδει τέτοιες πληροφορίες και ιδέες, καθόσον το κοινό έχει επίσης 
δικαίωμα να τις λαμβάνει. Ωστόσο, πρέπει να ληφθεί υπόψη το δικαίωμα του καθενός σε μία δίκαιη 
δίκη, όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, κάτι το οποίο, στην ποινική δικαιο-
σύνη, συμπεριλαμβάνει και το δικαίωμα σε αμερόληπτο δικαστήριο (Tourancheau και July, ο.π., 
παρ. 66) . Όπως το Δικαστήριο έχει ήδη σημειώσει, «οι δημοσιογράφοι που συντάσσουν άρθρα 
σχετικά με εκκρεμούσες ποινικές διαδικασίες πρέπει να το θυμούνται, καθώς τα όρια του 
αποδεκτού σχολιασμού δεν μπορούν να επεκταθούν και σε δηλώσεις που ενδέχεται, εσκεμμένως ή 
όχι, να ελαττώσουν τις πιθανότητες για ένα πρόσωπο να επωφεληθεί μίας δίκαιης δίκης ή να 
υπονομεύσει την εμπιστοσύνη του κοινού σχετικά με τον ρόλο των δικαστηρίων στην απονομή 
της ποινικής δικαιοσύνης» (ibidem, Worm, ο.π., § 50, Campos Damaso κατά Πορτογαλίας, no 
17107/05, § 31, 24 Απριλίου 2008, Pinto Coelho κατά Πορτογαλίας, no 28439/08, § 33, 28 
Ιουνίου 2011, και Ageyevy κατά Ρωσίας, no 7075/10, §§ 224-225, 18 Απριλίου 2013) .

 39. Συναφώς, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι στο πλαίσιο του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ, οι 
συμβαλλόμενες χώρες διαθέτουν ορισμένη διακριτική ευχέρεια ως προς την εκτίμηση του 
αναγκαίου και του εύρους μίας επέμβασης στην προστατευόμενη από αυτήν τη διάταξη ελευθερία 
της έκφρασης (Tammer κατά Εσθωνίας, no 41205/98, § 60, ΕΔΔΑ 2001-I, Pedersen και 
Baadsgaard κατά Δανίας [GC], no 49017/99, § 68, ΕΔΔΑ 2004-XI, και Haldimann και λοιποί κατά 
Ελβετίας, no 21830/09, § 53, ΕΔΔΑ 2015) .

 40. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι το άρθρο 10 παρ. 2 της ΕΣΔΑ δεν επιτρέπει περιορισμούς του 
δικαιώματος ελεύθερης έκφρασης στο πλαίσιο ζητημάτων δημοσίου ενδιαφέροντος (Wingrove 
κατά Ηνωμένο Βασίλειο, 25 Νοεμβρίου 1996, § 58, Recueil 1996-V, Surek κατά Τουρκίας (no 1) 
[GC], no 26682/95, § 61, ΕΔΔΑ 1999-IV, Dupuis και λοιποί, ο.π., § 40, και Stoll κατά Ελβετίας [GC], 
no 69698/01, § 106, ΕΔΔΑ 2007-V) .

 ιι. Εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση

 41. Εν προκειμένω, το δικαίωμα της Προσφεύγουσας να πληροφορεί το κοινό και το δικαίωμα του 
κοινού να λαμβάνει τις πληροφορίες συγκρούονται με το δικαίωμα στον σεβασμό του ιδιωτικού 
βίου των προσώπων που κατέθεσαν, καθώς και με την εξουσία και αμεροληψία του δικαστικού 
συστήματος. Σε υποθέσεις όπως η παρούσα, οι οποίες απαιτούν την εξισορρόπηση του 
δικαιώματος στον σεβασμό του ιδιωτικού βίου και στο δικαίωμα ελευθερίας της έκφρασης, το 
Δικαστήριο θεωρεί ότι το αποτέλεσμα της προσφυγής δεν δύναται κατ’αρχήν να διαφοροποιείται 
αναλόγως εάν έχει βασισθεί στο άρθρο 8 της ΕΣΔΑ από το υποκείμενο του ρεπορτάζ ή στο άρθρο 
10 από το πρόσωπο που το δημιούργησε. Πράγματι, τα εν λόγω δικαιώματα τυγχάνουν a priori 
ίσου σεβασμού (Hachette Filipacchi Associes (ICI PARIS) κατά Γαλλίας, no 12268/03, § 41, 23 
Ιουλίου 2009, Timciuc κατά Ρουμανίας (δεκ.), no 28999/03, § 144, 12 Οκτωβρίου 2010, και 
Mosley κατά Ηνωμένου Βασιλείου, no 48009/08, § 111, 10 Μαϊου 2011, Haldimann κλπ, ο.π, § 54, 
Von Hannover κατά Γερμανίας (no 2) [GC], nos 40660/08 και 60641/08, § 106, ΕΔΔΑ 2012, και 
Axel Springer AG κατά Γερμανίας [GC], no 39954/08, § 87, 7 Φεβρουαρίου 2012) . Ως εκ τούτου, 
το περιθώριο εκτίμησης οφείλει κατ’αρχήν να είναι το ίδιο στις δύο περιπτώσεις. Το Δικαστήριο 
οφείλει ειδικότερα να προσδιορίσει εάν οι σκοποί της εξασφάλισης του δικαιώματος στον λόγο 
τρίτου και στη διασφάλιση της ορθής απονομής της δικαιοσύνης παρουσίαζαν κάποια «σχετική και 
επαρκή» δικαιολογία για την επέμβαση.

 42. Εάν η εξισορρόπηση μεταξύ των δύο δικαιωμάτων από τις εθνικές αρχές έλαβε χώρα σύμφωνα 
με τα κριτήρια που έχει θέσει η νομολογία του Δικαστηρίου, πρέπει να υπάρχουν σοβαροί λόγοι για 
να υπερισχύσει η γνώμη της ανωτέρω έναντι εκείνης των εθνικών δικαστηρίων (Palomo Sanchez 
και λοιποί κατά Ισπανίας [GC], nos 28955/06, 28957/06, 28959/06 και 28964/06, § 57, ΕΔΔΑ 
2011, MGN Limited κατά Ηνωμένο Βασίλειο, no 39401/04, §§ 150 και 155, 18 Ιανουαρίου 2011, 
και Haldimann και λοιποί, ό.π, § 55) .

 α) Σχετικά με τη συμμετοχή του ρεπορτάζ σε διάλογο δημοσίου ενδιαφέροντος

 43. Το Δικαστήριο πρέπει πρώτα να ορίσει εάν το επίμαχο ρεπορτάζ αφορούσε θέμα δημοσίου 
ενδιαφέροντος. Συναφώς, το Δικαστήριο σημειώνει ότι το κοινό έχει, γενικώς, δημόσιο ενδιαφέρον 
να πληροφορείται σχετικά με τις ποινικές δίκες (Dupuis και λοιποί κατά Γαλλίας, ό.π., § 42) . Η 
Επιτροπή των Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης έχει, από την πλευρά του, υιοθετήσει τη 
Σύσταση Rec(2003)13 σχετικά με τη διάδοση πληροφοριών από τα μέσα ενημέρωσης σε σχέση με 
τις ποινικές δίκες. Η Σύσταση υπενθυμίζει ότι τα μέσα ενημέρωσης έχουν το δικαίωμα να 
ενημερώνουν το κοινό ως προς το δικαίωμα του τελευταίου να λαμβάνει τις πληροφορίες και 
υπογραμμίζει τη σημασία των ρεπορτάζ που δημιουργούνται σχετικά με τις ποινικές διαδικασίες για 
την πληροφόρηση του κοινού και δίνουν τη δυνατότητα στον ως άνω να ασκεί ένα δικαίωμα 
επίβλεψης επί της λειτουργίας του συστήματος της ποινικής δικαιοσύνης. Μεταξύ των αρχών που 
θέτει η εν λόγω Σύσταση, βρίσκεται, κυρίως, το δικαίωμα του κοινού να λαμβάνει τις πληροφορίες 
μέσω των μέσων ενημέρωσης σχετικά με τις δραστηριότητες των δικαστικών και αστυνομικών 
αρχών, κάτι το οποίο προϋποθέτει για τους δημοσιογράφους το δικαίωμα να μπορούν ελεύθερα να 
λογοδοτούν σχετικά με τη λειτουργία του ποινικού συστήματος δικαιοσύνης.

 44. Το Δικαστήριο σημειώνει ότι η αφορμή του επίμαχου ρεπορτάζ είναι η δικαστική διαδικασία, η 
οποία οδήγησε στην ποινική καταδίκη διάφορων κατηγορούμενων. Η κίνηση της Προσφεύγουσας 
αποσκοπούσε στο να καταγγείλει ένα δικαστικό σφάλμα το οποίο, κατά τη γνώμη της, είχε λάβει 
χώρα έναντι ενός από τους καταδικασθέντες. Το Δικαστήριο δέχεται ότι ως εκ τούτου, ένα τέτοιου 
είδους ρεπορτάζ αφορά σε θέμα δημοσίου ενδιαφέροντος.

 β) Σχετικά με τη συμπεριφορά της Προσφεύγουσας

 45. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι οποιοσδήποτε, συμπεριλαμβανομένων των δημοσιογράφων, ασκεί 
την ελευθερία της έκφρασής του επιβαρύνεται με «υποχρεώσεις και ευθύνες», των οποίων το 
εύρος εξαρτάται από την ιδιότητά του και από το τεχνικό μέσο που χρησιμοποιήθηκε (βλ. mutatis 
mutandis, Handyside κατά Ηνωμένου Βασιλείου, 7 Δεκεμβρίου 1976, § 49 in fine, serie A no 24) . 
Εν προκειμένω, οι εθνικοί δικαστές έκριναν ότι η δημιουργός του ρεπορτάζ, που τυγχάνει έμπειρη 
δημοσιογράφος και δη με γνώσεις περί του δικαίου, δεν μπορούσε να αγνοεί ότι η διάδοση του 
αποσπάσματος της καταγραφής της συνεδρίασης ήταν υποκείμενη σε λήψη προηγούμενης 
δικαστικής άδειας. Αναγνωρίζοντας τον βασικό ρόλο του Τύπου σε μία δημοκρατική κοινωνία, το 
Δικαστήριο τονίζει ότι οι δημοσιογράφοι δεν δύνανται κατ’αρχήν να αποδεσμεύονται, μέσω της 
προστασίας που τους προσφέρει το άρθρο 10, από την υποχρέωσή τους να σέβονται τους κοινούς 
ποινικούς νόμους.

 46. Η έλλειψη παράνομης συμπεριφοράς εκ μέρους της Προσφεύγουσας στο πλαίσιο της 
χορήγησης της καταγραφής δεν είναι απαραίτητα προσδιοριστική κατά την εκτίμηση του 
ζητήματος εάν συμμορφώθηκε στις υποχρεώσεις και ευθύνες της (Stoll, ό.π, § 144) . Σε κάθε 
περίπτωση, ήταν σε θέση να προβλέψει, ως δημοσιογράφος, ότι η διάδοση του επίμαχου ρεπορτάζ 
απαγορευόταν από το άρθρο 348 του ποινικού κώδικα. Όσον αφορά στη συμπεριφορά της 
Προσφεύγουσας εν προκειμένω, το Δικαστήριο σημειώνει ότι το μέσο λήψης από εκείνην των 
καταγραφών της συνεδρίασης δεν ήταν παράνομο, και ότι, ως προς τη μορφή του ρεπορτάζ, οι 
φωνές των δικαστών και των μαρτύρων είχαν παραμορφωθεί, ώστε να μην είναι δυνατή η 
εξακρίβωση της ταυτότητάς τους από το κοινό. Όσον αφορά στις ενστάσεις της Κυβέρνησης ως 
προς τη μορφή του επίμαχου ρεπορτάζ, υφίσταται λόγος να υπενθυμιστεί ότι πέραν από το 
περιεχόμενο των εκφρασμένων ιδεών και των πληροφοριών, το άρθρο 10 προστατεύει και τη 
μορφή της έκφρασής τους. Συνεπώς, δεν δύναται ούτε το Δικαστήριο ούτε και τα εθνικά 
δικαστήρια να υποκατασταθούν στον Τύπο και να ορίσουν ποια τεχνική λογοδοσίας πρέπει να 
ακολουθείται από τους δημοσιογράφους (βλ. παραδείγματος χάριν Jersild, ό.π., § 31, και De Haes 
και Gijsels, ό.π., § 48) .

 47. Το Δικαστήριο έχει λάβει υπόψη την πρόθεση των ανωτέρω εθνικών δικαστηρίων και των 
συμβαλλομένων χωρών του Συμβουλίου να αντιδρούν με σθένος στην αρνητική επίδραση που 
μπορούν να έχουν τα μέσα ενημέρωσης πάνω στους πολιτικούς εναγομένους και στους 
κατηγορούμενους, ελαττώνοντας καθ’ αυτόν τον τρόπο την εγγύηση του τεκμηρίου της 
αθωότητας. Η παρ. 2 του άρθρου 10 θέτει, εξάλλου, όρια στην άσκηση του δικαιώματος στην 
ελεύθερη έκφραση. Το μόνο που απομένει είναι να προσδιοριστεί εάν, στην προκειμένη περίπτωση, 
το συμφέρον πληροφόρησης του κοινού υπερίσχυε των «υποχρεώσεων και ευθυνών» που 
βαραίνουν την Προσφεύγουσα λόγω της έλλειψης αδειοδότησης της μετάδοσης της καταγραφής.

 γ) Επί του ασκηθέντος ελέγχου από τα εθνικά δικαστήρια

 48. Το Δικαστήριο οφείλει, συνεπώς, να αναλύσει τον τρόπο κατά τον οποίον το Συνταγματικό 
δικαστήριο εξισορρόπησε τα συμφέροντα στην προκειμένη περίπτωση. Φαίνεται ότι το 
Συνταγματικό δικαστήριο θεώρησε ότι η απαίτηση λήψης δικαστικής άδειας για τη μετάδοση της 
ηχητικής καταγραφής των δηλώσεων που ειπώθηκαν κατά τη διάρκεια του ακροατηρίου δεν 
συνιστούσε μία παραβιαστική και υπέρμετρη λύση. Για το ανώτατο δικαστήριο, η ως άνω 
δικαιολογείται στο όνομα της προστασίας του λόγου τρίτου και της ορθής απονομής της 
δικαιοσύνης, κάτι το οποίο νομιμοποιεί την επέμβαση στην ελευθερία της έκφρασης της 
Προσφεύγουσας. Για το Συνταγματικό δικαστήριο, δεν τίθεται λόγος για περιορισμό στην άσκηση 
της ελευθερίας του τύπου εν προκειμένω, αλλά μόνο σε συγκεκριμένο τρόπο άσκησης αυτής: τη 
μετάδοση μίας ηχητικής καταγραφής συνεδρίασης δικαστηρίου. Το Δικαστήριο σημειώνει, επίσης, 
ότι τα δικαστήρια δικαιολόγησαν την καταδίκη της Προσφεύγουσας χωρίς να επικαλεστούν την 
ανάγκη εξασφάλισης του κύρους της δικαστικής εξουσίας αλλά ούτε και τα όρια της άσκησης της 
εν λόγω εξουσίας, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 2 της ΕΣΔΑ.

 49. Εντούτοις, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι κατά τον χρόνο της μετάδοσης του επίμαχου 
ρεπορτάζ, η υπόθεση είχε ήδη δικασθεί, όπως αναγνωρίζει και το Συνταγματικό δικαστήριο. Ως εκ 
τούτου, το Δικαστήριο συμπεραίνει ότι, όπως και στην υπόθεση Dupuis και λοιποί κατά Γαλλίας 
(ό.π.), η Κυβέρνηση δεν αποδεικνύει πώς, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, η μετάδοση των 
ηχητικών αποσπασμάτων μπορούσε να έχει αρνητική επίδραση επί του συμφέροντος της ορθής 
απονομής της δικαιοσύνης.

 50. Κατά την εξέταση της ανάγκης της επέμβασης σε μία δημοκρατική κοινωνία ενόψει της 
«προστασίας της υπόληψης ή των δικαιωμάτων τρίτων», το Δικαστήριο μπορεί να οδηγηθεί να 
ελέγξει εάν οι εθνικές αρχές εξασφάλισαν μία δίκαιη ισορροπία ανάμεσα σε δύο προστατευόμενες 
από την ΕΣΔΑ αρχές, οι οποίες ενδέχεται να συγκρούονται σε ορισμένες υποθέσεις: ήτοι, αφενός, 
στην ελευθερία της έκφρασης, όπως προστατεύεται από το άρθρο 10 της ΕΣΔΑ και, αφετέρου, στο 
δικαίωμα στον σεβασμό του ιδιωτικού βίου, όπως προστατεύεται από τις διατάξεις του άρθρου 8 
(Ηachette Filipacchi Associes κατά Γαλλίας, no 71111/01, § 43, 14 Ιουνίου 2007, MGN Limited, 
ό.π., § 142, και Axel Springer AG, ό.π., § 84) . Ως προς αυτό το θέμα, το Δικαστήριο σημειώνει ότι 
το ακροατήριο στην προκειμένη περίπτωση ήταν δημόσιο και κανένας εκ των ενδιαφερόμενων 
μερών δεν παραπονέθηκε για κάποια επικαλουμένη παραβίαση του δικαιώματός του στον λόγο. 
Στο μέτρο που η Κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι η μη αδειοδοτημένη μετάφραση των ηχητικών 
αποσπασμάτων μπορούσε να αποτελεί παραβίαση του δικαιώματος στον λόγο τρίτου, το 
Δικαστήριο σημειώνει ότι τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα είχαν κατά το πορτογαλικό δίκαιο δικαίωμα 
προσφυγής για την αποκατάσταση της βλάβης τους, το οποίο όμως δεν άσκησαν. Εντούτοις, αυτοί 
είναι που έχουν κατ’αρχήν τη μέριμνα της υπεράσπισης του εν λόγω δικαιώματός τους. Το 
Δικαστήριο σημειώνει, επίσης, ότι οι φωνές των συμμετέχοντων στο ακροατήριο είχαν 
παραμορφωθεί, εμποδίζοντας έτσι την ταυτοποίησή τους. Θεωρεί δε ότι το άρθρο 10 παρ. 2 της 
ΕΣΔΑ δεν προβλέπει περιορισμούς στην ελευθερία της έκφρασης που να βασίζονται στο δικαίωμα 
στον λόγο, καθώς για το τελευταίο δεν προβλέπεται αντίστοιχη προστασία με εκείνη του 
δικαιώματος στην υπόληψη. Συνεπώς, ο δεύτερος θεμιτός σκοπός που επικαλείται η Κυβέρνηση 
χάνει κατ’ ανάγκη τη δύναμή του υπό τις περιστάσεις της επίδικης υπόθεσης. Περαιτέρω, το 
Δικαστήριο δεν αντιλαμβάνεται πώς το δικαίωμα στον λόγο θα μπορούσε να εμποδίσει τη 
μετάδοση ηχητικών αποσπασμάτων ενός ακροατηρίου όταν, εν προκειμένω, το ακροατήριο ήταν 
δημόσιο. Συμπεραίνει, συνεπώς, ότι η Κυβέρνηση δεν δικαιολόγησε επαρκώς την επιβληθείσα στην 
Προσφεύγουσα ποινή λόγω μετάδοσης των καταγραφών της συνεδρίασης του δικαστηρίου, 
καθώς και ότι τα δικαστήρια δεν δικαιολόγησαν τον περιορισμό στο δικαίωμα ελεύθερης έκφρασης 
της Προσφεύγουσας υπό το πρίσμα της παρ. 2 του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ.

 δ) Επί της αναλογικότητας της επιβληθείσας ποινής

 51. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει, τέλος, ότι η φύση και το βάρος των επιβληθεισών ποινών είναι 
επίσης στοιχεία τα οποία πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την εξέταση της αναλογικότητας μίας 
επέμβασης (βλ. παραδείγματος χάριν Surek, ό.π, § 64, δεύτερο εδάφιο, Lindon, Otchakovsky-
Laurens και July κατά Γαλλίας [GC], nos 21279/02 και 36448/02, § 59, ΕΔΔΑ 2007 IV, και Stoll, 
ό.π., § 153) .

 52. Το ως άνω οφείλει, επίσης, να μεριμνήσει ότι η εν λόγω ποινή δεν συνιστά μία μορφή 
λογοκρισίας που να αποτρέπει τα μέσα ενημέρωσης από το να εκφράζουν κριτικές. Στο πλαίσιο 
συζητήσεων θεμάτων δημοσίου ενδιαφέροντος, αυτού του είδους ποινές θα απέτρεπαν τους 
δημοσιογράφους από το να συμβάλλουν στον δημόσιο διάλογο που ενδιαφέρει την κοινότητα. Με 
αυτόν τον τρόπο, η ποινή θα εμπόδιζε την εκπλήρωση της υποχρέωσης ενημέρωσης και ελέγχου 
των μέσων ενημέρωσης (βλ. mutatis mutandis, Barthold κατά Γερμανίας, 25 Μαρτίου 1985, § 58, 
serie A no 90, Lingens κατά Αυστρίας, 8 Ιουλίου 1986, § 44, serie A no 103, Monnat κατά 
Ελβετίας, no 73604/01, § 70, ΕΔΔΑ 2006 X, και Stoll, ό.π., § 154) .

 53. Το Δικαστήριο σημειώνει ότι εν προκειμένω η Προσφεύγουσα είχε καταδικαστεί στην πληρωμή 
προστίμου ύψους 1.500 ευρώ και στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων. Ακόμη κι αν το ποσό 
μπορεί να φανεί χαμηλό, το Δικαστήριο θεωρεί ότι δεν αναιρεί το γεγονός ότι έχει αποτρεπτικό 
αποτέλεσμα, ενόψει της βαρύτητας της προβλεπόμενης ποινής (Campos Damaso, ό.π, § 39) . Σε 
αυτό το πλαίσιο, δεν αποκλείεται η καταδίκη αυτή καθ’ εαυτή να έχει περισσότερη βαρύτητα σε 
σχέση με το χαμηλό ύψος της επιβαλλόμενης ποινής (βλ. παραδείγματος χάριν, Jersild, ό.π, § 35, 
εδάφιο πρώτο, Lopes Gomes da Silva κατά Πορτογαλίας, no 37698/97, § 36, ΕΔΔΑ 2000 X, 
Dammann κατά Ελβετίας, no 77551/01, § 57, 25 Απριλίου 2006, και Stoll, ό.π, § 154).

 54. Ενόψει όλων των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει εν προκειμένω ότι το επιβληθέν πρόστιμο 
τυγχάνει δυσανάλογο σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό.

 ιιι. Συμπέρασμα

 55. Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, προκύπτει ότι η καταδίκη της Προσφεύγουσας δεν 
δικαιολογείται από μία «επείγουσα κοινωνική ανάγκη». Οι λόγοι της καταδίκης ήταν μεν «βάσιμοι», 
ωστόσο δεν ήταν «επαρκείς» για να δικαιολογηθεί τέτοιου είδους επέμβαση στο δικαίωμα της 
ελεύθερης έκφρασης της Προσφεύγουσας.

 56. Συνεπώς, υπήρξε παραβίαση του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ.

 ΙΙ. Επί της εφαρμογής του άρθρου 41 της ΕΣΔΑ [...]

 ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

 1. Δηλώνει ομόφωνα παραδεκτή την προσφυγή.

 2. Κρίνει, με έξι ψήφους έναντι μίας, ότι υφίσταται παραβίαση του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ.

 3. Κρίνει με έξι ψήφους έναντι μίας, ότι:

 α) Το εναγόμενο κράτος οφείλει στην Προσφεύγουσα, εντός τριών μηνών από την ημερομηνία που 
καταστεί η παρούσα απόφαση οριστική, σύμφωνα με το άρθρο 44 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, τα εξής ποσά:

 ι) 1.500 ευρώ (χίλια πεντακόσια ευρώ), καθώς και κάθε ποσό που οφείλεται ως φόρος, για την 
υλική ζημία,

 ιι) 4.623,84 ευρώ (τέσσερις χιλιάδες εξακόσια είκοσι τρία ευρώ και οβδόντα τέσσερα λεπτά) καθώς 
και κάθε ποσό που οφείλεται από την Προσφεύγουσα ως φόρος, για δαπάνες και έξοδα,

 β) Από τη λήξη της εν λόγω προθεσμίας και έως την εξόφληση, τα ως άνω ποσά αυξάνονται με 
απλό τόκο με επιτόκιο ίσο με εκείνο του δανεισμού της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας 
προσαυξημένο κατά τρεις εκατοστιαίες μονάδες.

 4. Κρίνει με έξι ψήφους έναντι μίας, ότι η διαπίστωση της παραβίασης του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ 
αρκεί για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης της Προσφεύγουσας.

 5. Απορρίπτει, ομόφωνα, το αίτημα για δίκαιη ικανοποίηση ως προς το επιπλέον.

 ΣΥΜΦΩΝΗ ΓΝΩΜΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΟΥ DE GAETANO

 1. Η παρούσα υπόθεση και η διαπίστωση της παραβίασης του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ, στην οποία 
οδηγήθηκε το Δικαστήριο, θυμίζουν σφόδρα ότι οι νόμιμες απαγορεύσεις και περιορισμοί, των 
οποίων ο σκοπός είναι καθαρά «συμβολικός» (και όχι «χρηστικός»), συνάδουν δύσκολα με τις 
αρχές που θέτει η ΕΣΔΑ και τις ελευθερίες που αυτή εγγυάται. Όσον αφορά ειδικότερα στο άρθρο 
10 παρ. 2 «η αρχή τις δικαστικής εξουσίας» δεν θα μπορούσε να ερμηνευτεί ως μία ανεξάρτητη 
αρχή αποδεσμευμένη από τα πραγματικά περιστατικά.

 2. Εν προκειμένω, δεν προκύπτει ότι οι ηχητικές καταγραφές των ενδιαφερόμενων προσώπων 
διενεργήθηκαν κρυφά ή κατά παράβαση του κανονισμού των δικαστηρίων που προορίζεται να 
εξασφαλίσει τον έλεγχο στο ακροατήριο και τον σεβασμό των κανόνων ευπρέπειας ενώπιον του 
δικαστηρίου ή ότι ελήφθησαν κατά παράνομο τρόπο. Πράγματι, οι εν λόγω καταγραφές 
παρουσιάζουν έναν επίσημο χαρακτήρα και ήταν κανονικά στη διάθεση των διαδίκων. Σε κάθε 
περίπτωση, ακόμη κι αν είχαν ληφθεί με παράνομο τρόπο - κάτι το οποίο δεν συνέβη εν 
προκειμένω - το γεγονός ότι ένας δημοσιογράφος παραβίασε τον νόμο πρέπει μεν να ληφθεί 
υπόψη, αλλά δεν είναι και αποφασιστικός παράγοντας για τη διαπίστωση εάν ενήργησε υπεύθυνα 
σύμφωνα με τους σκοπούς του άρθρου 10 (Pentikainen κατά Φιλανδίας [GC], no 11822/10, § 90) 
. Το Συνταγματικό δικαστήριο συμπέρανε ότι η διάταξη του νόμου που απαιτεί τη λήψη 
προηγούμενης άδειας του δικαστηρίου στο ακροατήριο του οποίου έγιναν επισήμως οι καταγραφές 
δεν παραβίαζει την εγγυημένη από το άρθρο 38 παρ. 2 β του Συντάγματος ελευθερία της 
Προσφεύγουσας. Το ως άνω στήριξε τη γενική απαγόρευση της μετάδοσης χωρίς προηγούμενη 
άδεια στην ανάγκη προστασίας του δικαιώματος στον λόγο - ήτοι το δικαίωμα στον λόγο των 
τριών δικαστών του δικαστηρίου de Sintra και των μαρτύρων που εξετάσθηκαν - και της 
διασφάλισης της «ορθής απονομής της δικαιοσύνης». Το γεγονός ότι οι φωνές είχαν 
παραμορφωθεί, ότι οι καταθέσεις είχαν γίνει σε δημόσιο ακροατήριο και ότι μπορούσαν, συνεπώς, 
να είχαν ηχογραφηθεί και αναπαραχθεί από τους φορείς χωρίς δικαστική άδεια και ότι η δίκη είχε 
ολοκληρωθεί τη στιγμή της τηλεοπτικής μετάδοσης του ντοκιμαντέρ δεν φαίνεται να είχαν κανένα 
βάρος στην απόφαση του Συνταγματικού δικαστηρίου.

 3. Όπως σημειώνει το Δικαστήριο στην παρ. 48 της παρούσας απόφασης, οι εθνικές αρχές δεν 
επικαλέστηκαν ρητώς την ανάγκη εγγύησης της εξουσίας της δικαστικής αρχής, αλλά εάν το είχαν 
επικαλεστεί, όφειλαν να αποδείξουν ότι η ανάγκη προστασίας της εν λόγω «εξουσίας» 
εξυπηρετούσε ένα συγκεκριμένο συμφέρον που συνδέεται με την ορθή απονομή της δικαιοσύνης 
υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης. Με άλλα λόγια, έπρεπε να αποδειχθεί ότι η 
προηγούμενη άδεια που δεν έλαβε η Προσφεύγουσα όχι μόνο δεν επωφελούσε την αφηρημένη 
έννοια της «εξουσίας» των δικαστηρίων ή της δικαιοσύνης, αλλά και ότι ήταν πράγματι αναγκαία 
για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης στην παρούσα υπόθεση. Τούτο δεν είχε αποδειχθεί στην 
προκειμένη περίπτωση.

 ΑΝΤΙΘΕΤΗ ΓΝΩΜΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΟΥ ZUPANI

 Δυστυχώς δεν μπορώ να συνταχθώ με την πλειοψηφία στη συγκεκριμένη περίπτωση, δηλαδή στο 
συμπέρασμα ύπαρξης παραβάσεως.

 Ι. Δεν συνηθίζω να ξεκινώ με μία ιδιαίτερα γραμματική ερμηνεία της ΕΣΔΑ, αλλά στην προκειμένη 
περίπτωση, η αναφορά στις τελευταίες διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 2 τυγχάνει ιδιαίτερα 
ενδιαφέρουσα. Παραπέμπει στον περιορισμό της ελευθερίας της έκφρασης (ελευθερία του Τύπου), 
όταν πρόκειται να «εξασφαλιστεί το κύρος και η αμεροληψία της δικαστικής εξουσίας».

 Το ιστορικό της παρούσας υπόθεσης είναι το αποτέλεσμα του άρθρου 88 παρ. 2 β του 
πορτογαλικού κώδικα ποινικής δικονομίας, το οποίο απαγορεύει ρητώς τη μετάδοση ή καταγραφή 
εικόνων ή ηχολήψεων που αφορούν στη διενέργεια κάθε δικονομικής πράξεως, κυρίως της 
ακρόασης, χωρίς την προηγούμενη άδεια της ενδιαφερόμενης δικαστικής αρχής. Δεν 
αντιλαμβάνομαι πώς η εν λόγω απαγόρευση θα μπορούσε να είναι πιο ρητή.

 Οι πράξεις της δημοσιογράφου, εν προκειμένω, αποτελούν ευθεία παράβαση της εν λόγω 
προϋπόθεσης προηγούμενης άδειας. Η ως άνω δεν επιχείρησε καν να τη ζητήσει και μετέδωσε 
τηλεοπτικά ό,τι συνέβη κατά τη διάρκεια της δημόσιας ακρόασης της υπόθεσης, για την οποία 
ήταν σφόδρα και σαφώς μεροληπτική. Επίσης, αυτό το είδος παραδοσιακού ρεπορτάζ στερείται, 
ειλικρινά, επαγγελματισμού. Η λήψη θέσης σε εκκρεμή δικαστική υπόθεση, χωρίς να έχει ιδιαίτερα 
οικειοποιηθεί με αυτήν, είναι αυτή καθ’ εαυτή αντίθετη με τη δημοσιογραφική δεοντολογία. Εάν η 
δημοσιογράφος μπορεί να έχει τις προσωπικές πεποιθήσεις της όσον αφορά στην ενοχή ή 
αθωότητα ενός κατηγορούμενου, είναι εντελώς απαράδεκτο να ενσωματώνει τις, προφανώς 
προκατελειμμένες, προσωπικές απόψεις της στη λογοδοσία της υποθέσεως. Αυτά όσον αφορά στα 
κίνητρα της Προσφεύγουσας.

 ΙΙ. Το άρθρο 348 του πορτογαλικού ποινικού κώδικα ποινικοποιεί την παραβίαση μίας νόμιμης 
εντολής ενός αρμοδίου δημοσίου οργάνου για ένα συγκεκριμένο ζήτημα - κάτι το οποίο ορίζει ως 
«απείθεια». Η ποινή δεν είναι υψηλή, ωστόσο η ποινική κύρωση επιβάλλεται και πρέπει, σύμφωνα 
με την αρχή της νομιμότητας που βαρύνει την εισαγγελία και το δικαστήριο, να υπόκειται σε δίωξη 
και να εφαρμόζεται από το εθνικό δικαστήριο.

 Περαιτέρω, μαθαίνουμε στην παρ. 17 της αποφάσεως ότι δεν ήταν η πρώτη φορά που η εν λόγω 
δημοσιογράφος είχε τελέσει τέτοιο αδίκημα. Πριν τα επίμαχα γεγονότα, είχε ήδη καταδικαστεί για 
ένα παρόμοιο αδίκημα στο πλαίσιο μίας άλλης υποθέσεως που κρίθηκε στην Πορτογαλία. Αυτό το 
στοιχείο είχε ευλόγως ληφθεί υπόψη, ως επιβαρυντική περίσταση, κατά την επιμέτρηση της 
επιβαλλόμενης ποινής. Τούτο είναι αποκαλυπτικό της ασεβούς συμπεριφοράς της δημοσιογράφου 
σε σχέση με τα δικαστήρια.

 Επίσης, η ενδιαφερόμενη είχε ευλόγως καταδικαστεί την 6η Αυγούστου 2008 και το Εφετείο της 
Λισαβόνας επικύρωσε την απόφαση στις 26 Μαΐου 2009. Το εν λόγω δικαστήριο επιβεβαίωσε ότι η 
αιτούσα γνώριζε ότι έπρεπε να λάβει άδεια του δικαστηρίου, πόσο μάλλον ενόψει του γεγονότος 
ότι είχε σπουδάσει νομική. Η απόφαση του Εφετείου, η οποία είναι ενδιαφέρουσα, υπογραμμίζει τα 
επίμαχα δικαιώματα της προσωπικότητας, ήτοι το δικαίωμα στην προστασία του λόγου και της 
εικόνας των συμμετέχοντων που είχαν μεταδοθεί τηλεοπτικά.

 Αργότερα, την 15η Φεβρουαρίου 2011, το πορτογαλικό Συνταγματικό δικαστήριο έκρινε την 
υπόθεση. Και εκείνο επέμεινε στα δικαιώματα στην προσωπικότητα σχετικά με τον λόγο και την 
προστασία της ιδιωτικής σφαίρας των εν λόγω προσώπων, των οποίων οι δηλώσεις 
δημοσιεύθηκαν από την Προσφεύγουσα για λόγους διαφορετικούς από εκείνους που προβλέπονται 
από τον νόμο.

 Το Συνταγματικό δικαστήριο υπογράμμισε ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον στοιχείο της υπόθεσης: τα 
πρόσωπα που κατέθεσαν στην υπόθεση ήταν υποχρεωμένα να το πράξουν, επί ποινή (poena 
inobedientiae), και συνεπώς δεν είχαν την επιλογή να αποσύρουν τις δηλώσεις τους, οι οποίες εν 
προκειμένω παρανόμως είχαν δημοσιευθεί προς όλους τους τηλεθεατές της Πορτογαλίας. Το 
Συνταγματικό δικαστήριο, με την άποψη του οποίου συντάσσομαι, εξέτασε, επίσης, το ζήτημα της 
αναλογικότητας της ενδεχόμενης επίπτωσης στην ελευθερία του Τύπου. Δήλωσε δε, ότι η ποινική 
καταδίκη της δημοσιογράφου δεν ήταν δυσανάλογη ενόψει της ανάγκης προστασίας, τόσο, 
αφενός, του δικαιώματος στην προσωπικότητα των προσώπων όσον αφορά στον λόγο και στην 
εικόνα τους, όσο και, αφετέρου, στην ορθή απονομή της δικαιοσύνης.

 ΙΙΙ. Πριν αναφερθώ στην απλή εξήγηση του άρθρου 10 παρ. 2 in fine της ΕΣΔΑ, θα ήθελα να 
αναφέρω μία ιδιαίτερα σημαντική διάκριση που ετέθη από τον H.L.A. Hart στο βιβλίο του «The 
Concept of Law». Πρόκειται για τη διάκριση μεταξύ των επιβλητικών και των εφαρμοστικών 
κανόνων.

 Όσον αφορά στους επιβλητικούς κανόνες, πρόκειται για επιτάσσουσες εντολές που βρίσκονται 
στην κορυφή της πυραμίδας των νόμων. Οι εν λόγω κανόνες ομοιάζουν με την κατηγορηματική 
προσταγή του Emmanuel Kant. Πρέπει να τους ερμηνεύει κανείς γραμματικά. Η τελολογική 
ερμηνεία σε αυτήν την περίπτωση δεν είναι δυνατή. Οι κανόνες αυτοί τυγχάνουν υπέρτατες 
εντολές στην έννομη τάξη. Αντιπροσωπεύουν υπέρτατες αξίες και σκοπούς που ακολουθεί ο 
νομοθέτης. Κάθε άλλο στοιχείο της έννομης τάξης πρέπει να απορρέει από αυτούς.

 Από την άλλη, υφίστανται και οι εφαρμοστικοί κανόνες. Οι εν λόγω κανόνες, κυριολεκτικά, 
εξυπηρετούν τους επιβλητικούς κανόνες, τους εφαρμόζουν και πρέπει να ερμηνεύονται 
αντιστοίχως. Εδώ, η τελολογική ερμηνεία είναι αποδεκτή, εφόσον το τελικό αποτέλεσμα της 
ερμηνείας εξυπηρετεί τους οριζόμενους από τους προαναφερόμενους επιβλητικούς κανόνες 
σκοπούς.

 Η ΕΣΔΑ βρίσκεται όχι μόνο στην κορυφή των διεθνών συμβάσεων αλλά και υπέρ των εθνικών 
νόμων, εν προκειμένω των 47 Χωρών μελών της ΕΣΔΑ. Κατ’αρχήν, δεν υφίσταται κάτι πιο 
«επιβλητικό» στην Ευρώπη. Γι’αυτόν τον λόγο, είναι, κατά τη γνώμη μου, απαράδεκτο να 
παραμελούνται οι τελευταίες διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 10 σχετικά με την ελευθερία της 
έκφρασης. Οι όροι είναι σαφείς και κατανοητοί: το κύρος της δικαστικής εξουσίας πρέπει να 
προστατεύεται και η απαγορευτική διάταξη της ΕΣΔΑ δεν πρέπει σχετικοποιείται.

 ΙV. Αυτό μας οδηγεί στην περίφημη «εξέταση της αναλογικότητας», αντίστοιχη με τα αμερικανικά 
«ορθολογικά κριτήρια». Δεν χρειάζεται να συνεχιστεί περαιτέρω η σύγκριση μεταξύ των δύο 
δογμάτων, παρά μόνο για να αναφερθεί ότι τα κριτήρια της ορθολογίας διαφοροποιούνται 
αναλόγως με τις «ύποπτες ταξινομήσεις», αντίθετα με την ευρωπαϊκή εξέταση της αναλογικότητας. 
Πέραν τούτου, το ζήτημα εδώ είναι εάν η ΕΣΔΑ έχει προβλέψει την προσφυγή στο κριτήριο της 
αναλογικότητας. Αναλύοντας την παρ. 2 του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ, αναγνωρίζουμε τους κλασικούς 
όρους που παραπέμπουν στην «πρόβλεψη από τον νόμο» και στην «ανάγκη σε μία δημοκρατική 
κοινωνία».

 Εντούτοις, η ανάλυση της αναλογικότητας που βρίσκουμε στις παρ. 48, 49 και 50 της απόφασης 
εξετάζουν το επίμαχο ζήτημα αποκλειστικά κατά τρόπο εφαρμοστικό. Στην παρ. 49, η πλειοψηφία 
αναφέρει μεν την αρνητική επίδραση της εν λόγω μετάδοσης στην ορθή απονομή της δικαιοσύνης, 
ωσάν όμως ο δηλωθείς σκοπός της ΕΣΔΑ να ήταν κατά κάποιο τρόπο δευτερεύων σε σχέση με την 
ελευθερία της έκφρασης (εν προκειμένω ελευθερία του Τύπου).

 Στην παρ. 50, το Δικαστήριο προβαίνει σε μία ρητή εξισορρόπηση μεταξύ των δικαιωμάτων. Από 
την μία μεριά θέτει την ελευθερία της έκφρασης και από την άλλη το δικαίωμα στην προστασία του 
ιδιωτικού βίου.

 Σε αυτό το πλαίσιο, η πλειοψηφία τονίζει ότι κανένας εκ των συμμετέχοντων στη δίκη δεν 
επικαλέστηκε το ζήτημα της προστασίας του ιδιωτικού του βίου. Αυτό που τεκμαίρεται εν 
προκειμένω - αλυσιτελώς - είναι ότι δεν υπήρξε προσβολή του ιδιωτικού βίου των εν λόγω 
συμμετέχοντων (μαρτύρων και άλλων προσώπων που βρέθηκαν στο δικαστήριο). Τούτο όμως 
είναι άστοχο, μία διανοητική aberratio ictus , καθώς ενώπιον του Δικαστηρίου, όπως και ενώπιον 
του εθνικού δικαστηρίου στην Πορτογαλία, δεν ετέθη θέμα προστασίας των δικαιωμάτων στην 
προσωπικότητα.

 Η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ είναι - όπως το τονίσαμε - επιβλητική. Η ΕΣΔΑ 
προβλέπει την εξέταση της αναλογικότητας και φαίνεται να εξετάζεται το ζήτημα της εξασφάλισης 
της εξουσίας της δικαστικής αρχής ως κάτι το σχετικό και το εφαρμοστικό, αντί για κάτι το 
επιβλητικό. Αυτή είναι μία ελκυστική παγίδα στην οποία υπέπεσε η πλειοψηφία με το σκεπτικό της.

 Παρόλο που η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 10 παραπέμπει προφανώς στην αναλογικότητα και 
στην εξισορρόπηση των αξιών, η αναφορά των τελικών όρων στην προστασία της εξουσίας και 
της αμεροληψίας της δικαστικής αρχής είναι επιβλητική. Πρέπει κανείς να λαμβάνει υπόψη ότι η 
ΕΣΔΑ δεν περιέχει καμία αναφορά στην αναλογικότητα. Το Δικαστήριο κατέληξε σε αυτήν την 
έννοια από τις διατάξεις των παρ. 2 των άρθρων 9, 10 και 11 αντιστοίχως, παράγραφοι οι οποίες 
αφορούν σε εξαιρέσεις των παραγράφων 1 των εν λόγω άρθρων. Η διατύπωση των εν λόγω 
διατάξεων δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένη.

 Το πνεύμα της ΕΣΔΑ σίγουρα δεν ήταν να σχετικοποιήσει το περιεχόμενο των παραγράφων 1 των 
εν λόγω άρθρων.

 Η πρόθεση ήταν να περιγράψει «επιβλητικά» - όπως θα έλεγε ο H.L.A. Hart – τις εξαιρέσεις κατά 
τρόπο εντελώς απαγορευτικό. Με άλλα λόγια, δεν είμαστε ελεύθεροι να ερμηνεύουμε οποιοδήποτε 
στοιχείο της ΕΣΔΑ ως καθαρά εφαρμοστικό, ούτε και τους όρους των εν λόγω παραγράφων 2. 
Κατά λογική ακολουθία, η αναφορά στην προστασία της εξουσίας της δικαστικής αρχής, όπως 
προκύπτει ξεκάθαρα από την εξεταζόμενη υπόθεση, δεν πρέπει να ερμηνεύεται ως κάτι το 
δευτερεύον. Η ΕΣΔΑ καθιστά απολύτως υποχρεωτική την προστασία του κύρους και της 
αμεροληψίας της δικαστικής εξουσίας, κατά τρόπο επιβλητικό και όχι εφαρμοστικό, ως μία 
επιβλητική εξαίρεση στην ελευθερία του Τύπου, και γενικότερα στην ελευθερία της έκφρασης.

 Υπό αυτήν την έννοια, η ανάλυση της αναλογικότητας την οποία βρίσκουμε στις παρ. 51 έως 54 
της Απόφασης έχει αντιστραφεί, εφόσον παρουσιάζεται ως εφαρμοστική, ωσάν η προστασία των 
δικαιωμάτων της προσωπικότητας να ήταν το μόνο ζήτημα που χρήζει σχετικοποίησης σε σχέση 
με την ελευθερία της έκφρασης.

 Τούτο δεν αρμόζει καθόλου με το πνεύμα της ΕΣΔΑ. Όποια και να είναι η συνταγματική ανάλυση 
που έλαβε χώρα στην Πορτογαλία, σε αυτό το Δικαστήριο οι αξίες που όφειλαν να σταθμιστούν 
ήταν η ελευθερία της έκφρασης και η προστασία του κύρους της δικαστικής εξουσίας.

 Εάν είχε γίνει αυτό, πιστεύω πως το αποτέλεσμα της στάθμισης θα ήταν διαφορετικό.



Παρασκευή, 10 Νοεμβρίου 2017

Αστική ευθύνη του Δημοσίου από πράξεις της δικαστικής εξουσίας



1501/2014 ΣΤΕ (ΟΛΟΜ)
Ευθύνη του Δημοσίου σε αποζημίωση από πράξεις οργάνων της δικαστικής λειτουργίας, υφίσταται μόνο για πρόδηλο σφάλμα του δικαστικού λειτουργού. Κατά τη μειοψηφούσα γνώμη ζημία που προκλήθηκε από ποινική δίωξη δεν μπορεί να αποκατασταθεί με εφαρμογή του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ. Εσφαλμένα το διοικητικό εφετείο, μολονότι δέχθηκε ότι τα αστυνομικά όργανα έδρασαν κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας για παράβαση του ν. 1729/1987, έκρινε ότι η σφράγιση του καταστήματος και η κατάσχεση των εμπορευμάτων του αναιρεσιβλήτου-αναιρεσείοντος έπρεπε να αποδοθεί στα όργανα αυτά χωρίς να εκθέτει το περιεχόμενο της εισαγγελικής παραγγελίας και χωρίς να τη συσχετίζει με την άσκηση ποινικής διώξεως. Δεκτή η αναίρεση του Δημοσίου (αναιρεί την υπ'αριθ. 42/2005 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Λάρισας). Οι αιτήσεις παραπέμφθηκαν στην Ολομέλεια με την υπ'αριθ. 2852/2012 απόφαση του ΣτΕ. 
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την 1η Μαρτίου 2013, με την εξής σύνθεση: Κ. Μενουδάκος, Πρόεδρος, Ν. Ρόζος, Μ. Βηλαράς, Αικ. Σακελλαροπούλου, Δ. Αλεξανδρής, Μ.-Ε. Κωνσταντινίδου, Α.-Γ. Βώρος, Π. Ευστρατίου, Ε. Νίκα, Ιω. Γράβαρης, Ε. Αντωνόπουλος, Σπ. Μαρκάτης, Α. Ντέμσιας, Σπ. Χρυσικοπούλου, Ηρ. Τσακόπουλος, Β. Καλαντζή, Μ. Σταματελάτου, Ε. Κουσιουρής, Ο. Ζύγουρα, Κ. Κουσούλης, Θ. Αραβάνης, Κ. Πισπιρίγκος, Α. Χλαμπέα, Δ. Μακρής, Μ. Πικραμένος, Τ. Κόμβου, Β. Αναγνωστοπούλου - Σαρρή, Σύμβουλοι, Σ. Βιτάλη, Ρ. Γιαννουλάτου, Δ. Βασιλειάδης, Πάρεδροι. Από τους ανωτέρω οι Σύμβουλοι Θ. Αραβάνης και Μ. Πικραμένος καθώς και η Πάρεδρος Ρ. Γιαννουλάτου μετέχουν ως αναπληρωματικά μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 3719/2008. Γραμματέας η Μ. Παπασαράντη. Α. Για να δικάσει την από 18 Μαΐου 2005 αίτηση: του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο παρέστη με την Χρυσαφούλα Αυγερινού, Νομική Σύμβουλο του Κράτους, κατά του ..., κατοίκου Λάρισας, ο οποίος δεν παρέστη, Β. Για να δικάσει την από 10 Μαΐου 2005 αίτηση: του ..., κατοίκου Λάρισας, ο οποίος δεν παρέστη, αλλά ο δικηγόρος που υπογράφει την αίτηση, νομιμοποιήθηκε στην πρώτη επ'ακροατηρίου συζήτηση, κατά του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο παρέστη με την Χρυσαφούλα Αυγερινού, Νομική Σύμβουλο του Κράτους. Οι πιο πάνω αιτήσεις παραπέμφθηκαν στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου κατόπιν της υπ'αριθ. 2852/2012 παραπεμπτικής αποφάσεως του Α` Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, προκειμένου να επιλύσει η Ολομέλεια το ζήτημα που αναφέρεται στην απόφαση. Με τις αιτήσεις αυτές το Ελληνικό Δημόσιο και ο αναιρεσείων επιδιώκουν να αναιρεθεί η υπ’αριθ. 42/2005 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Λάρισας. Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της παραπεμπτικής αποφάσεως, η οποία επέχει θέση εισηγήσεως, από τον εισηγητή, Σύμβουλο Σπ. Μαρκάτη. Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε την αντιπρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου η οποία: α) ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους της πρώτης αιτήσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αυτή και β) ζήτησε την απόρριψη της δεύτερης αιτήσεως. Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα Σκέφθηκε κατά το Νόμο 1. Επειδή, λόγω κωλύματος, κατά την έννοια της παραγράφου 1 του άρθρου 8 του π.δ. 18/1989 (Α` 8), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 3719/2008 (Α` 241), της Συμβούλου Μ. Κωνσταντινίδου, τακτικού μέλους της συνθέσεως που δίκασε την υπόθεση, έλαβε μέρος αντ'αυτής στη διάσκεψη, ως τακτικό μέλος, ο Σύμβουλος Θ. Αραβάνης, αναπληρωματικό έως τότε μέλος της συνθέσεως που δίκασε την υπόθεση (βλ. Πρακτικό Διασκέψεως της Ολομελείας 163Α/2013). 2. Επειδή, με την πρώτη από τις υπό κρίση αιτήσεις, για την άσκηση της οποίας δεν απαιτείται, κατά τον νόμο, καταβολή παραβόλου, ζητείται η αναίρεση της 42/2005 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Λάρισας. Με την απόφαση αυτή εξαφανίσθηκε, κατ'αποδοχή εφέσεως του αναιρεσιβλήτου, η 529/2002 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Λάρισας και, στη συνέχεια, κατά μερική αποδοχή αγωγής του αναιρεσιβλήτου, υποχρεώθηκε το Ελληνικό Δημόσιο, κατά το άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, να του καταβάλει ποσό 14.673,51 ευρώ προς αποκατάσταση ζημίας που είχε υποστεί από την σφράγιση καταστήματος πωλήσεως ειδών ενδύσεως και ατομικής χρήσεως από κάνναβη και την κατάσχεση των σχετικών εμπορευμάτων. Με την πρωτόδικη απόφαση η αγωγή του αναιρεσιβλήτου είχε απορριφθεί. 3. Επειδή, με την δεύτερη αίτηση, για την άσκηση της οποίας καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο, ζητείται η αναίρεση της ίδιας αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Λάρισας, κατά το μέρος που η αγωγή του αναιρεσείοντος απορρίφθηκε. 4. Επειδή, με την 2852/2012 απόφαση του Α΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας οι αιτήσεις αυτές κρίθηκαν συνεκδικαστέες και παραδεκτώς εν γένει ασκηθείσες, παραπέμφθηκαν δε ενώπιον της Ολομελείας του Δικαστηρίου, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 2 περ. β του π.δ. 18/1989, λόγω μείζονος σπουδαιότητας του ζητήματος της ευθύνης του Δημοσίου, κατά το άρθρο 105 Εισ.Ν.Α.Κ., από πράξεις οργάνων της δικαστικής λειτουργίας. 5. Επειδή, το άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος, ορίζοντας ότι «Οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους» έχει αναγάγει σε συνταγματικό κανόνα την ισότητα ενώπιον των δημοσίων βαρών, συνιστά δε, παράλληλα, και διάταξη στην οποία θεμελιώνεται η αποζημιωτική ευθύνη του Δημοσίου από πράξεις των οργάνων του που προκαλούν ζημία, παράνομες (ΣτΕ 980/2002) ή νόμιμες (ΣτΕ 5504/2012). Τούτο, διότι η ισότητα ενώπιον των δημοσίων βαρών επιτάσσει και την αποκατάσταση της ζημίας που κάποιος υφίσταται από την δράση, χάριν του δημοσίου συμφέροντος, των οργάνων του Κράτους, όταν η δράση αυτή δεν είναι σύννομη ή όταν είναι μεν νόμιμη αλλά προκαλεί βλάβη ιδιαίτερη και σπουδαία, σε βαθμό ώστε να υπερβαίνει τα όρια που είναι κατά το Σύνταγμα ανεκτά προκειμένου να εξυπηρετηθεί ο σκοπός δημοσίου συμφέροντος στον οποίο αποβλέπει η δράση αυτή, σύμφωνα με την οικεία νομοθεσία. Πραγματώνεται δε ο σκοπός της διατάξεως αυτής υπό την ως άνω έννοια όταν αποκατάσταση τέτοιας ζημίας καθίσταται δυνατή σε περίπτωση ζημιογόνου δράσεως οιουδήποτε οργάνου του Κράτους, άρα και εκείνης των οργάνων τα οποία είναι ενταγμένα στην δικαστική λειτουργία. Αποκλεισμός της αστικής ευθύνης του Δημοσίου στην τελευταία περίπτωση δεν συνάγεται από την περί αγωγών κακοδικίας διάταξη του άρθρου 99 του Συντάγματος, διότι η προσωπική ευθύνη οργάνου του Δημοσίου δεν αποκλείει αναγκαίως την ευθύνη του τελευταίου, σκοπός δε της διατάξεως αυτής είναι η προστασία του κύρους της Δικαιοσύνης με ανάθεση σε ειδικό δικαστήριο του έργου της διαγνώσεως της προσωπικής ευθύνης των δικαστικών λειτουργών από την άσκηση των καθηκόντων τους. Επομένως, κατά το Σύνταγμα, επιβάλλεται στο νομοθέτη να ορίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες αποκαθίσταται η ζημία που προκαλείται από την δράση οποιουδήποτε κρατικού οργάνου λαμβάνοντας υπ'όψη την φύση και την αποστολή του έργου που το Σύνταγμα αναγνωρίζει, αναθέτει και εγγυάται στα όργανα των τριών λειτουργιών του Κράτους. Μειοψήφησαν οι Σύμβουλοι Δ. Μακρής και Τ. Κόμβου, οι οποίοι διετύπωσαν την εξής γνώμη: Εκτός των περιπτώσεων κατά τις οποίες υφίσταται ευθύνη προς αποζημίωση του Δημοσίου από πράξεις δικαστικών οργάνων, εάν προκληθεί ζημία κατά παράβαση του ενωσιακού δικαίου με τις προϋποθέσεις που έχουν τεθεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως (ΔΕΚ 30.9.2003, C-224/01, Kbler, Συλλ. 2003 Ι-10239, ΔΕΚ 13.6.2006, C-173/03 Traghetti del Mediterraneo, Συλλ. 2006 Ι-5177, ΔΕΚ 24.11.2011, C-379/10, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλ. 2011 Ι-00180), το άρθρο 4 παράγραφος 5 του Συντάγματος που αποτελεί τη διάταξη στην οποία θεμελιώνεται η αποζημιωτική ευθύνη του Δημοσίου από πράξεις των οργάνων του που προκαλούν ζημία, νόμιμες (ΣτΕ 5504/2012, 2165/2013 επταμ.) ή παράνομες (ΣτΕ 980/2002), προκειμένου να τύχει εφαρμογής σε περιπτώσεις υλικής ζημίας ή ηθικής βλάβης από αποφάσεις ή πράξεις των οργάνων της δικαστικής λειτουργίας κατά την άσκηση των δικαστικών τους καθηκόντων με τις εγγυήσεις των άρθρων 87 και επομένων του Συντάγματος, και η οποία διακρίνεται κατά το Σύνταγμα από την νομοθετική και την εκτελεστική λειτουργία, θα πρέπει να εναρμονίζεται προς άλλες σχετικές συνταγματικές διατάξεις οι οποίες έχουν ίση τυπική ισχύ (ΣτΕ 292/1984 Ολομέλεια). Στο πλαίσιο αυτό, οι διατάξεις των άρθρων 8, 20 παράγραφος 1 και 25 παράγραφος 1 εδάφιο δεύτερο του Συντάγματος διασφαλίζουν την εκδίκαση των διαφορών από προκαθορισμένο με γενικό και αντικειμενικό τρόπο συγκεκριμένο δικαστή και με ορισμένη διαδικασία αποτελεσματική, η οποία, άρα, περιλαμβάνει την οριστική αυθεντική επίλυσή τους από τον δικαστή αυτόν σύμφωνα με την καθιερωμένη οργάνωση απονομής της δικαιοσύνης με την λειτουργία δικαιοδοτικών οργάνων αντίστοιχων προς την φύση των αναφυομένων δικαστικών διαφορών (άρθρα 93, 94, 96, 98 του Συντάγματος), που είναι αρμόδια και για τον έλεγχο της ορθότητας των σχετικών αποφάσεων ή πράξεων, που μπορεί να οδηγήσει στην εξαφάνισή τους. Η εκδοχή ότι η αναφερθείσα διάταξη του Συντάγματος επιτάσσει την αποκατάσταση από το Δημόσιο της ζημίας που προκαλείται και από την άσκηση των δικαστικών καθηκόντων των οργάνων της δικαστικής λειτουργίας έχει ως συνέπεια την άσκηση παρεμπίπτοντος ελέγχου από τον δικαστή της αγωγής αποζημιώσεως σε σχετικές αποφάσεις ή πράξεις των δικαστικών οργάνων ή άλλων οργάνων που είναι ενταγμένα στη διαδικασία απονομής της δικαιοσύνης. Ο έλεγχος της εν γένει ορθότητας των αποφάσεων ή πράξεων των οργάνων αυτών, τα οποία θα είναι μάλιστα και αρμόδια να αποφανθούν και σε τελευταίο βαθμό, στο πλαίσιο της διαδικασίας της αποζημιωτικής ευθύνης του Δημοσίου κατόπιν της εγέρσεως σχετικής διαφοράς που έχει ως κύριο αντικείμενο ήδη εξενεχθείσα δικαιοδοτική κρίση με τις εγγυήσεις και τα αποτελέσματα που διασφαλίζουν οι προαναφερθείσες συνταγματικές διατάξεις, οδηγεί στην οριστική επίλυση της αποζημιωτικής διαφοράς αυτής με αυθεντική κρίση και για το παρεμπιπτόντως εξεταζόμενο προεκτεθέν ζήτημα. Κατά τον τρόπο όμως αυτό τελικά το ζήτημα εξετάζεται από δικαστή διαφορετικό από τον φυσικό δικαστή της υποθέσεως, επιλύεται δε με την έκδοση και άλλης αποφάσεως που μπορεί να περιλαμβάνει διαφορετικές ή αντίθετες κρίσεις έναντι της αποφάσεως ή πράξεως που αποτέλεσε αιτία της αποζημιωτικής διαφοράς, καθιστώντας μη αποτελεσματική την παρασχεθείσα ήδη έννομη προστασία από το αρμόδιο δικαστήριο. Για τους προεκτεθέντες λόγους η μέσω της διαδικασίας της εκδικάσεως των διαφορών της αποζημιωτικής ευθύνης του Δημοσίου αμφισβήτηση ενώπιον του δικαστή των διαφορών αυτών παρεμπιπτόντως της κρίσεως δικαστικών οργάνων κατά την άσκηση των δικαστικών τους καθηκόντων, που άγει σε εξουδετέρωση της αποτελεσματικότητας της έννομης προστασίας από τον φυσικό δικαστή, δεν εναρμονίζεται προς τις μνησθείσες διατάξεις των άρθρων 8, 20 παράγραφος 1 και 25 παράγραφος 1 εδάφιο δεύτερο του Συντάγματος. Συγκεκριμένα, δεν είναι κατά το Σύνταγμα δυνατός τέτοιος παρεμπίπτων έλεγχος από τον διοικητικό δικαστή πράξεων, παραλείψεων ή εκτιμήσεων ποινικού δικαστηρίου, ή συμβουλίου ή άλλου οργάνου (εισαγγελέα, ανακριτή), ενταγμένου στην διαδικασία απονομής της ποινικής δικαιοσύνης (πρβλ. ΣτΕ 2574/2006 επταμ.). Άλλωστε ο συνταγματικός νομοθέτης, κατοχυρώνοντας κατ’αρχήν την υποχρέωση του Δημοσίου προς αποζημίωση από ζημιογόνες πράξεις οργάνων του, στάθμισε περαιτέρω την ανάγκη αποζημιώσεως όσων ζημιώνονται από αποφάσεις ή πράξεις δικαιοδοτικών οργάνων με την παροχή αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας από συγκεκριμένο για κάθε υπόθεση δικαστή προσωπικά και λειτουργικά ανεξάρτητο, θεσπίζοντας ειδικές σχετικές ρυθμίσεις. Οι ειδικές διατάξεις αυτές, που έχουν ίση τυπική ισχύ με τη διάταξη του άρθρου 4 παράγραφος 5 του Συντάγματος, ρυθμίζουν το ζήτημα της ευθύνης προς αποζημίωση από τέτοιες αποφάσεις, πράξεις ή παραλείψεις οργάνων ενταγμένων στην άσκηση της δικαιοδοτικής λειτουργίας κατά την άσκησή της. Ειδικότερα το Σύνταγμα με τη διάταξη του άρθρου 7 παράγραφος 4 καθιερώνει ευθύνη του Κράτους προς αποζημίωση όσων καταδικάσθηκαν, προφυλακίσθηκαν ή με άλλο τρόπο στερήθηκαν άδικα ή παράνομα την προσωπική τους ελευθερία, επιβάλλει δε στον νομοθέτη να ορίσει τις σχετικές προϋποθέσεις (βλ. ήδη τις διατάξεις των άρθρων 533 - 545 του κώδικα ποινικής δικονομίας) και με τις διατάξεις του άρθρου 99 ρυθμίζει το ζήτημα της αποζημιώσεως από παράνομες αποφάσεις ή πράξεις δικαστικών λειτουργών με το θεσπιζόμενο δικαίωμα ασκήσεως αγωγής κακοδικίας και την αντίστοιχη καθιέρωση ευθύνης των ιδίων των δικαστών σε αρμονία προς την προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία τους και με την ανάθεση σε Ειδικό Δικαστήριο του έργου της εκδικάσεως των διαφορών αυτών. Για την αποφυγή των ατερμόνων δικών επί του αυτού ζητήματος με το άρθρο 7 περ. δ` του ν. 693/1977 (φ. 262) ορίστηκε ότι δεν χωρεί αγωγή κακοδικίας κατά των μελών του Ειδικού Δικαστηρίου εκδικάσεως αγωγών κακοδικίας για τις αποφάσεις επί αγωγών κακοδικίας. Συνεπώς, σύμφωνα με την εν λόγω μειοψηφήσασα γνώμη, ζημία που προκλήθηκε από ποινική δίωξη δεν μπορεί να αποκατασταθεί με εφαρμογή του άρθρου 105 Εισ.Ν.Α.Κ. (πρβλ. ΣτΕ 2574/2006 επταμ., ΑΠ 256/1996). 6. Επειδή, στο άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα (π.δ. 456/1984 - Α` 164) ορίζεται ότι «Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος. Μαζί με το δημόσιο ευθύνεται εις ολόκληρον και το υπαίτιο πρόσωπο, με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων για την ευθύνη των υπουργών». Η πρώτη από τις διατάξεις αυτές, ορίζοντας ως προϋπόθεση για την ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση τον παράνομο χαρακτήρα της ζημιογόνου πράξεως ή παραλείψεως έχει ευθεία εφαρμογή στην περίπτωση ζημιογόνας δράσεως οργάνων της νομοθετικής εξουσίας (νομοθέτηση ή παράλειψη νομοθετήσεως αντικείμενη σε κανόνες δικαίου υπέρτερης τυπικής ισχύος) και της εκτελεστικής εξουσίας κατά την εφαρμογή του νόμου στην ατομική περίπτωση (παράβαση της αρχής της νομιμότητας). Η διάταξη αυτή δεν αναφέρεται ευθέως σε ζημιογόνες πράξεις οργάνων της δικαστικής λειτουργίας, διότι ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση λόγω απλώς εσφαλμένης ερμηνείας του νόμου ή απλώς εσφαλμένης εκτιμήσεως των πραγμάτων από δικαστικό λειτουργό δεν είναι συμβατή με την φύση του δικαστικού έργου, ως εκ της οποίας το Σύνταγμα εγγυάται στον δικαστικό λειτουργό την λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία του. Εν όψει της φύσεως του δικαστικού έργου, μόνο πρόδηλο σφάλμα του δικαστικού λειτουργού επισύρει ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση. Εφ'όσον δε το Σύνταγμα, κατά την προηγούμενη σκέψη, δεν ανέχεται να παραμένουν αναποζημίωτες ζημίες που κάποιος υφίσταται από ενέργειες οποιουδήποτε κρατικού οργάνου, μέχρις ότου ο νομοθέτης ρυθμίσει ειδικώς την ευθύνη του Δημοσίου από πράξεις οργάνων της δικαστικής λειτουργίας, το άρθρο 105 Εισ.Ν.Α.Κ. έχει ανάλογη εφαρμογή σε περίπτωση προκλήσεως ζημίας από πράξεις των οργάνων αυτών η οποία μπορεί να αποδοθεί σε πρόδηλο σφάλμα τους. Ο πρόδηλος δε χαρακτήρας του σφάλματος της κρίσεως οργάνου της δικαστικής λειτουργίας προκύπτει από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης περιπτώσεως βάσει των οποίων η δικαστική πλάνη καθίσταται συγγνωστή ή ασύγγνωστη. Μειοψήφησαν οι Σύμβουλοι Δ. Αλεξανδρής, Ι. Γράβαρης, Ε. Αντωνόπουλος, Σ. Μαρκάτης, Σ. Χρυσικοπούλου, Η. Τσακόπουλος, Β. Καλαντζή, Κ. Κουσούλης, Κ. Πισπιρίγκος και ο Πάρεδρος Δ. Βασιλειάδης οι οποίοι διετύπωσαν την ακόλουθη γνώμη: Με το άρθρο 105 Εισ.Ν.Α.Κ. επιδιώκεται η αποκατάσταση περιουσιακής ζημίας και η ικανοποίηση ηθικής βλάβης που προκαλούνται από πράξεις, παραλείψεις ή υλικές ενέργειες οργάνων του Δημοσίου όταν αυτές κρίνονται παράνομες από τον δικαστή της αγωγής αποζημιώσεως. Η διάταξη αυτή, παρά την ευρεία διατύπωσή της, αναφερόμενη σε όργανα του Δημοσίου, δεν έχει εφαρμογή στις περιπτώσεις υλικής ζημίας ή ηθικής βλάβης από παράνομες πράξεις των οργάνων της δικαστικής λειτουργίας κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Για την νομιμότητα των πράξεων αυτών (αποφάσεων και λοιπών διαδικαστικών πράξεων), κατ'επιταγή του Συντάγματος που προκύπτει από την οργάνωση της απονομής της δικαιοσύνης με την λειτουργία δικαιοδοτικών οργάνων αντίστοιχων προς την φύση των αναφυόμενων δικαστικών διαφορών (άρθρα 93, 94, 96), ο νόμος καθιερώνει συγκεκριμένο σύστημα ελέγχου στους κόλπους των ιδιαιτέρων κλάδων της απονομής της δικαιοσύνης. Οι πράξεις, επομένως, αυτές ελέγχονται υποχρεωτικώς, κατά το Σύνταγμα, από δικαστικά όργανα που ανήκουν στον ίδιο δικαιοδοτικό κλάδο και κατά ορισμένη διαδικασία, δεν καταλείπεται δε έδαφος παρεμπίπτοντος ελέγχου τους από διοικητικό δικαστήριο αρμόδιο να αποφαίνεται για την κατ’άρθρο 105 Εισ.Ν.Α.Κ. ευθύνη του Δημοσίου. Ειδικότερα, δεν υπόκεινται σε τέτοιο παρεμπίπτοντα έλεγχο πράξεις, παραλείψεις ή εκτιμήσεις ποινικού δικαστηρίου, ή συμβουλίου ή άλλου οργάνου (εισαγγελέα, ανακριτή), ενταγμένου στην διαδικασία απονομής της ποινικής δικαιοσύνης (πρβ ΣτΕ 2574/2006 επτ.). Ως όργανα δε ενταγμένα στη διαδικασία της ποινικής δικαιοσύνης νοούνται και οι αστυνομικοί υπάλληλοι όταν ενεργούν υπό την εποπτεία ή κατόπιν εντολών εισαγγελικού λειτουργού και σύμφωνα με αυτές. Συνεπώς, ζημία που προκλήθηκε από πράξη δικαστικού οργάνου και, ειδικότερα, από ποινική δίωξη δεν μπορεί να αποκατασταθεί με τους όρους και τις προϋποθέσεις του άρθρου 105 Εισ.Ν.Α.Κ. Σύμφωνα όμως με την προηγούμενη σκέψη, η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος, υπό την εκτεθείσα στην σκέψη αυτή έννοια, επιβάλλει στον κοινό νομοθέτη να καθορίσει τη διαδικασία, σε αρμονία προς τις συνταγματικές διατάξεις περί χωριστών δικαιοδοσιών, και τους όρους υπό τους οποίους αποκαθίσταται περιουσιακή ζημία προκληθείσα από πράξεις, παραλείψεις ή εκτιμήσεις οργάνων της δικαστικής λειτουργίας. Επιβάλλει, ειδικότερα, την υποχρέωση για τον καθορισμό των όρων υπό τους οποίους αποκαθίσταται από το Δημόσιο ζημία προκληθείσα από όργανα ενταγμένα στη διαδικασία απονομής της ποινικής δικαιοσύνης, πέρα της από το άρθρο 7 παρ. 4 του Συντάγματος προβλεπόμενης περιπτώσεως αποζημιώσεως των αδίκως προφυλακισθέντων ή καταδικασθέντων ή στερηθέντων την ελευθερία τους και, συγκεκριμένα, ζημία που προκλήθηκε από ποινική δίωξη, η οποία κρίθηκε μη νόμιμη με αμετάκλητη αθωωτική απόφαση. Επιβάλλει, δηλαδή, τον καθορισμό των κατάλληλων προϋποθέσεων υπό τις οποίες αποκαθίσταται περιουσιακή ζημία που προκλήθηκε από τη δράση των ενταγμένων στη διαδικασία της ποινικής δικαιοσύνης οργάνων, όταν εκ των υστέρων προκύπτει ότι τα όργανα αυτά κατά την εκτέλεση της αποστολής τους για την καταπολέμηση του εγκλήματος και την απονομή της ποινικής δικαιοσύνης χάριν του καλού του κοινωνικού συνόλου εσφαλμένως εκτίμησαν ως ποινικώς κολάσιμη ανθρώπινη ενέργεια ή συμπεριφορά. Μειοψήφησαν επίσης οι Σύμβουλοι Δ. Μακρής και Τ. Κόμβου, οι οποίοι, εν όψει της αναφερθείσας απόψεώς τους, υποστήριξαν ότι ο νομοθέτης δεν έχει υποχρέωση να καθορίσει τη διαδικασία και τους όρους υπό τους οποίους αποκαθίσταται ζημία που προκαλείται από εν γένει αποφάσεις ή πράξεις δικαστικών οργάνων κατά την άσκηση του δικαιοδοτικού έργου τους, για τους λόγους που αναφέρονται στη μειοψηφούσα γνώμη των Συμβούλων αυτών, η οποία παρατίθεται στην προηγούμενη σκέψη. Για τους ίδιους λόγους δεν είναι δυνατή και η ευθεία ή η ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 105 Εισ.Ν.Α.Κ. στις αναφερθείσες περιπτώσεις παράνομων ζημιογόνων αποφάσεων ή πράξεων των οργάνων της δικαστικής λειτουργίας κατά την άσκηση των δικαστικών καθηκόντων τους και συγκεκριμένα ενταγμένων στη διαδικασία της ποινικής διαδικασίας. 7. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, κατά τα εκτιθέμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση, στις 21.9.1998 πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα σύσκεψη στην οποία έλαβαν μέρος εκπρόσωποι των Υπουργείων Υγείας και Πρόνοιας Αναπτύξεως, Δημοσίας Τάξεως και Οικονομικών καθώς και εκπρόσωποι του Ε.Ο.Φ. και του Ο.Κ.Α.Ν.Α. και η οποία είχε ως αντικείμενο τον συντονισμό των δημοσίων υπηρεσιών για την αντιμετώπιση του προβλήματος της εισαγωγής και κυκλοφορίας στην Ελλάδα προϊόντων που περιείχαν συστατικά από κάνναβη και έφεραν ενδείξεις με τις οποίες προβαλλόταν η κάνναβη κατά τρόπο έντονο, όπως απεικόνιση φύλλου κάνναβης στην συσκευασία τους. Στη σύσκεψη αυτή επισημάνθηκε ότι, καθ'όσον το ποσοστό της περιεχόμενης στα προϊόντα αυτά ναρκωτικής ουσίας τετραϋδροκανναβινόλης ήταν αμελητέο, το πρόβλημα αφορούσε τη διαφήμιση της κάνναβης μέσω των προϊόντων αυτών και ότι η εισαγωγή και το εμπόριο τέτοιων προϊόντων συνιστούσε πρόκληση και παρακίνηση για χρήση και διαφήμιση ναρκωτικών κατά παράβαση των διατάξεων του ν. 1729/1987. Για τους λόγους αυτούς αποφασίσθηκε ότι τα εν λόγω προϊόντα δεν έπρεπε να φέρουν, κατά την εισαγωγή και κυκλοφορία τους στην Ελλάδα, ενδείξεις σχετικές με το φυτό της κάνναβης και ονομασία ίδια ή παραπλήσια, ανεξαρτήτως αν ανιχνευόταν σ'αυτά η ως άνω ναρκωτική ουσία. Στη συνέχεια, η Διεύθυνση Δημόσιας Ασφάλειας του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως απέστειλε στις Διευθύνσεις Ασφαλείας Αττικής και Θεσσαλονίκης και στις Αστυνομικές Διευθύνσεις Νομών το από 12.10.1998 έγγραφο, με το οποίο ζητούσε τη διενέργεια εκτεταμένων ελέγχων σε καταστήματα που διαθέτουν στην αγορά προϊόντα κάνναβης και την εφαρμογή των οριζομένων στα άρθρα 4 και 9 του ν. 1729/1987. Στο έγγραφο αυτό αναφέρονταν συγκεκριμένα προϊόντα κάνναβης που εμφανίσθηκαν στην ελληνική αγορά (μπύρες, αναψυκτικά, καλλυντικά, απορρυπαντικά, τσίχλες, κ.λπ.) και έφεραν, ως λογότυπο, πεντάφυλλο ή επτάφυλλο μίσχο κάνναβης και εκφράσεις που παρακινούσαν στην χρήση της κάνναβης και την εξοικείωση με αυτήν. Περαιτέρω, με το από 9.11.1998 έγγραφο της ίδιας ως άνω υπηρεσίας με τους ίδιους αποδέκτες αναφερόταν ότι τα άρθρα 5 και 9 του ν. 1729/1987 παραβιάζονταν αν το λογότυπο της κάνναβης ήταν τυπωμένο στο εξωτερικό μέρος των ειδών ενδύσεως και των συσκευασιών των προϊόντων και ότι ήταν εξεταστέο αν στοιχειοθετείται παράβαση των διατάξεων αυτών από μόνη την ονομασία των καταστημάτων στα οποία πωλούνταν τα προϊόντα αυτά. Κατόπιν τούτων, ύστερα από την Γ98/319α/26.10.1998 παραγγελία του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Λάρισας και στο πλαίσιο ένορκης προανακρίσεως για παράβαση του ν. 1729/1987, αστυνομικά όργανα του Τμήματος Διώξεως Ναρκωτικών διενήργησαν, στις 3.11.1998, έρευνα στο εμπορικό κατάστημα με τον τίτλο ... που διατηρούσε από 24.10.1998 ο αναιρεσίβλητος-αναιρεσείων στην Λάρισα και διαπίστωσαν ότι στο κατάστημα αυτό πωλούνταν διάφορα είδη ενδύσεως και ατομικής χρήσεως τα οποία ήταν κατασκευασμένα από κάνναβη κα έφεραν τυπωμένη απεικόνιση πεντάφυλλου ή επτάφυλλου μίσχου κάνναβης, θεωρώντας δε ότι ο αναιρεσίβλητος-αναιρεσείων, εμπορευόμενος τα προϊόντα αυτά, διαφήμιζε την χρήση ναρκωτικών κατά παράβαση των άρθρων 5 και 9 του ν. 1729/1987 τον συνέλαβαν και κατέσχεσαν τα εμπορεύματα. Με βάση την σχετική αναφορά των αστυνομικών οργάνων ο αναιρεσίβλητος-αναιρεσείων παραπέμφθηκε από τον εισαγγελέα στον τακτικό ανακριτή, διώχθηκε ποινικώς για συντέλεση στη διάδοση της χρήσεως ναρκωτικής ουσίας και για πρόκληση σε χρήση και διαφήμιση της χρήσεως ναρκωτικής ουσίας κατά σύστημα με σκοπό το κέρδος, κατέβαλε δε χρηματική εγγύηση για να αφεθεί ελεύθερος. Με την 326/1999 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας ο αναιρεσίβλητος-αναιρεσείων κηρύχθηκε αθώος των κατηγοριών που του είχαν αποδοθεί με την αιτιολογία ότι ο διακριτικός τίτλος ... και η απεικόνιση πεντάφυλλου ή επτάφυλλου μίσχου κάνναβης δεν συνιστούσαν ευθεία ή συγκαλυμμένη και έντεχνη διαφήμιση της χρήσεως ναρκωτικών ουσιών ή πρόκληση σε παράνομη χρήση τους, με την ίδια δε απόφαση διατάχθηκε η απόδοση σ'αυτόν των εμπορευμάτων που είχαν κατασχεθεί. Με την από 11.10.1999 αγωγή του ο αναιρεσίβλητος-αναιρεσείων ισχυρίσθηκε ότι η απόφαση η οποία ελήφθη κατά την διυπουργική σύσκεψη της 21.9.1998, οι ενέργειες των οργάνων του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως για την πραγμάτωσή της, η κατάσχεση των εμπορευμάτων και η σύλληψή του ήταν παράνομες, ως αντικείμενες στην κοινοτική αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων και στο πλέγμα κοινοτικών Κανονισμών που αφορούσαν την καλλιέργεια και την επιδότηση της κάνναβης, παραβίαζαν τις ίδιες τις διατάξεις του ν. 1729/1987, διότι κατ’εσφαλμένη ερμηνεία τους θεωρήθηκε ότι η πώληση ειδών κάνναβης συνιστούσε ποινικό αδίκημα, και ήταν αντίθετες στα άρθρα 5 παρ. 1 του Συντάγματος και 57 του Αστικού Κώδικα, διότι πρόσβαλαν την οικονομική του ελευθερία, καθώς και την τιμή και την προσωπικότητά του. Για τους λόγους αυτούς, ζήτησε, κατ'επίκληση του άρθρου 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, να υποχρεωθεί το Δημόσιο να του καταβάλει α) ποσό 11.942,77 ευρώ, που αντιστοιχούσε στην αξία των εμπορευμάτων, τα οποία κατασχέθηκαν, και τα οποία καταστράφηκαν ολοσχερώς λόγω των συνθηκών πλημμελούς φυλάξεώς τους επί ένα έτος, καθώς και στην αξία της γυάλινης ταμπέλας του καταστήματός του, που επίσης είχε κατασχεθεί, β) ποσό 3.418,96 ευρώ, που αντιστοιχούσε στις δαπάνες διαφημίσεως της επιχειρήσεώς του, που δεν αξιοποιήθηκε, αφού οι προαναφερόμενες ενέργειες των οργάνων του Δημοσίου έλαβαν χώρα στις πρώτες ημέρες λειτουργίας του καταστήματός του, γ) ποσό 11.409,37 ευρώ, που αντιστοιχούσε στις δαπάνες διαμορφώσεως του χώρου του, δ) ποσό 26.260, 87 ευρώ, που αντιστοιχούσε στα διαφυγόντα κέρδη για τον πρώτο χρόνο λειτουργίας του καταστήματος (24.10.1998-10.9.1999), ε) ποσό 34.629,49 ευρώ, που αντιστοιχούσε στο ποσό που είχε καταβάλει στον εισαγωγέα των εμπορευμάτων, προκειμένου να αναλάβει την αντιπροσωπεία του στην Θεσσαλία και, τέλος, στ) ποσό 88.041 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη την οποία υπέστη από την προσβολή της προσωπικότητάς του λόγω της συλλήψεώς του ως εγκληματία. Προς αντίκρουση της αγωγής το Δημόσιο υποστήριξε ότι οι ενέργειες των αστυνομικών οργάνων εντάσσονταν στο πλαίσιο της προλήψεως και της καταστολής του εγκλήματος, που αποτελούν την ειδικότερη αποστολή και το καθήκον των αστυνομικών αρχών, και ήταν σύμφωνες με τις διατάξεις της νομοθεσίας για τα ναρκωτικά και ότι, και αν ακόμη κρίνονταν παράνομες, δεν συνεπάγονταν ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση κατά το άρθρο 105 Εισ.Ν.Α.Κ., διότι αφ'ενός η παραβιασθείσα διάταξη σκοπούσε αποκλειστικά στην προστασία του γενικού συμφέροντος και αφ'ετέρου οι ενέργειες αυτές έλαβαν χώρα κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας. Το διοικητικό πρωτοδικείο απέρριψε την αγωγή, κρίνοντας ότι τόσο οι αποφάσεις των δημοσίων αρχών κατά την διυπουργική σύσκεψη, όσο και οι κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας ενέργειες των αστυνομικών οργάνων του Τμήματος Διώξεως Ναρκωτικών Λάρισας, ήταν νόμιμες, εντασσόμενες στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους για την αποσόβηση κινδύνου της δημοσίας τάξεως, ασφάλειας και υγείας του κοινού. Αντιθέτως, με την προσβαλλόμενη απόφαση το διοικητικό εφετείο δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, αναγνωρίζοντας ότι το Δημόσιο πρέπει να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο-αναιρεσείοντα μόνο χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ύψους 14.673,51 δραχμών, αφού προηγουμένως δέχθηκε την έφεσή του κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως. Ειδικότερα, το διοικητικό εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: Για την στοιχειοθέτηση αντικειμενικώς του εγκλήματος της συντελέσεως στη διάδοση ναρκωτικών ουσιών, καθώς και της προκλήσεως στην χρήση και της διαφημίσεως της χρήσεως ναρκωτικών κατά τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 και 9 παρ. 1 του ν. 1729/1987 απαιτείται να αποδεικνύεται, στην συγκεκριμένη κάθε φορά περίπτωση, ότι υφίσταται ναρκωτική ουσία, κατά την νομική της έννοια, περαιτέρω δε, να αποτυπώνεται, με τις σχετικές ενέργειες του φερόμενου ως δράστη, μήνυμα αυτοτελώς υπέρ των ναρκωτικών, οι δε σχετικές ενδείξεις να είναι πρόσφορες στο να εμφανίσουν ως ελκυστική, όχι την αγορά των πωλουμένων ειδών, αλλά την χρήση ναρκωτικών ουσιών. Συνεπώς, μη νομίμως τα αστυνομικά όργανα του Τμήματος Διώξεως Ναρκωτικών Λάρισας, στο πλαίσιο προανακρίσεως για παράβαση των διατάξεων του ν. 1729/1987, συνέλαβαν τον αναιρεσίβλητο-αναιρεσείοντα και κατέσχεσαν τα εμπορεύματα του καταστήματός του, εκτελώντας οδηγίες και εντολές του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως, με τις οποίες, κατόπιν της διυπουργικής συσκέψεως της 21.9.1998, είχε θεωρηθεί, εκ προοιμίου, ότι από την αποτύπωση στα επίμαχα είδη πεντάφυλλου ή επτάφυλλου μίσχου κάνναβης ή από την χρήση σε κατάστημα πωλήσεώς τους του διακριτικού τίτλου ... αποσκοπείται η διαφήμιση της ίδιας της κάνναβης ως ναρκωτικής ουσίας. Και τούτο, διότι σύμφωνα με το 3001992/167/0099/1.2.1999 έγγραφο του Γενικού Χημείου του Κράτους, είδη, όπως αυτά που κατασχέθηκαν, είτε δεν περιείχαν την ναρκωτική ουσία της τετραϋδροκανναβινόλης, είτε την περιείχαν σε ελάχιστο βαθμό, χωρίς να είναι εφικτή η ανάκτησή της ή η απομόνωσή της, περαιτέρω δε, η απεικόνιση πεντάφυλλου ή επτάφυλλου μίσχου κάνναβης στα είδη αυτά δεν αποτελούσε θεσμοθετημένο κοινωνικό συμβολισμό που να επιδέχεται μία και μοναδική ανάγνωση, ούτε συνιστούσε οπτικό μήνυμα με προσδιορισμένο προς μία κατεύθυνση περιεχόμενο. Αντιθέτως, λόγω της φύσεως των επίμαχων εμπορευμάτων, η όλη οπτική εντύπωση της εν λόγω απεικονίσεως δημιουργούσε στο κοινό την ορθή εντύπωση ότι πρόκειται περί φιλικών προς το περιβάλλον προϊόντων ή υποπροϊόντων της κλωστικής κάνναβης, τα οποία δεν σχετίζονται με ναρκωτική ουσία, όπως κρίθηκε και με την απόφαση 326/1999 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Ως εκ τούτου, με τις προαναφερόμενες ενέργειες των αστυνομικών οργάνων παραβιάσθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 και 17 του Συντάγματος, καθώς και των άρθρων 57 και 1000 του Αστικού Κώδικα περί προστασίας της προσωπικότητας και της κυριότητας. Ο παράνομος δε χαρακτήρας των ενεργειών των διωκτικών αρχών δεν ήρετο εκ του ότι τα όργανα αυτά είχαν ενεργήσει σύμφωνα με διαταγές των ιεραρχικώς ανωτέρων τους ούτε εκ του ότι είχαν λάβει προηγουμένως σχετική εισαγγελική παραγγελία, διότι η παραγγελία αυτή κάλυπτε μεν την έρευνα στο κατάστημα του αναιρεσιβλήτου-αναιρεσείοντος όχι όμως και τις περαιτέρω ενέργειές τους που βασίσθηκαν στις, κατ'εσφαλμένη ερμηνεία των διατάξεων του ν. 1729/1987, διαπιστώσεις τους. Συνεπώς, από τις προαναφερόμενες παράνομες ενέργειες των διωκτικών αρχών ανέκυπτε εν προκειμένω ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση κατά το άρθρο 105 Εισ.Ν.Α.Κ.. Στη συνέχεια, το διοικητικό εφετείο απέρριψε τα ως άνω υπό στοιχεία α, β και γ κονδύλια της αγωγής ως αόριστα, απέρριψε αίτημα καταβολής ποσού 8.025,42 ευρώ που αντιστοιχούσε σε δαπάνη αγοράς εξοπλισμού, λειτουργικών εξόδων και δικηγορικών αμοιβών ως απαραδέκτως υποβληθέν με το υπόμνημα, απέρριψε ως αναπόδεικτο το υπό στοιχείο δ κονδύλιο της αγωγής, διότι το μόνο αποδεικτικό μέσο που είχε προσκομισθεί σχετικώς, δηλαδή η έκθεση εκτιμήσεως του λογιστή, αποτελούσε μαρτυρία για την οποία δεν είχαν τηρηθεί τα οριζόμενα στο άρθρο 185 ΚΔΔ, επίσης δε απέρριψε ως αναπόδεικτο το υπό στοιχείο ε κονδύλιο της αγωγής λόγω μη προσκομίσεως της συμβάσεως δικαιοχρήσεως ή άλλου στοιχείου από το οποίο να προκύπτει με ποιούς όρους και για ποιό χρονικό διάστημα ο αναιρεσίβλητος-αναιρεσείων είχε αποκτήσει τα επίμαχα δικαιώματα, τα οποία, στη συνέχεια, απώλεσε με την οριστική διακοπή της επιχειρήσεώς του. Τέλος, το διοικητικό εφετείο έκρινε ότι ο αναιρεσίβλητος-αναιρεσείων υπέστη λόγω της κατασχέσεως των εμπορευμάτων του και της συλλήψεώς του βαρειά προσβολή της προσωπικότητάς του, διότι δημιουργήθηκε στο ευρύ κοινό της Λάρισας η εντύπωση ότι ήταν δράστης του αδικήματος της συντελέσεως στη διάδοση ναρκωτικών ουσιών και της προκλήσεως σε χρήση και ότι, επομένως, το Δημόσιο όφειλε να του καταβάλει ποσό 14.673,51 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης, κατά μερική αποδοχή της αγωγής. 8. Επειδή, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, το διοικητικό εφετείο έκρινε, κατ’εφαρμογή του άρθρου 105 Εισ.Ν.Α.Κ., ότι στην προκειμένη περίπτωση η ευθύνη του Δημοσίου ανέκυπτε από παράνομες ενέργειες των αστυνομικών οργάνων που οφείλονταν σε εσφαλμένη, όπως αποφάνθηκε το διοικητικό εφετείο, ερμηνεία των άρθρων 5 παρ. 1 και 9 παρ. 1 του ν. 1729/1987 και ότι οι ενέργειες αυτές ήταν ανεξάρτητες από την εισαγγελική παραγγελία που τους είχε δοθεί για την έρευνα στο κατάστημα του αναιρεσιβλήτου-αναιρεσείοντος. Το Δημόσιο με την υπό κρίση αίτησή του προβάλλει ότι οι ενέργειες των αστυνομικών οργάνων έλαβαν χώρα κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας, όπως γίνεται δεκτό και με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, και ήταν σύμφωνες με τις ως άνω διατάξεις του ν. 1729/1987, εν πάση δε περιπτώσει, ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση, κατά το άρθρο 105 Εισ.Ν.Α.Κ., δεν υφίστατο, διότι οι επίμαχες διατάξεις του ν. 1729/1987, οι οποίες, κατά το διοικητικό εφετείο, εσφαλμένως ερμηνεύθηκαν και εφαρμόσθηκαν από τα αστυνομικά όργανα, απαγορεύουσες τη διάδοση των ναρκωτικών ουσιών, την πρόκληση στην χρήση τους και τη διαφήμισή τους, αποσκοπούσαν αποκλειστικώς στην προστασία του δημοσίου συμφέροντος και δεν διασφάλιζαν και ιδιωτικά δικαιώματα. Με τον πρώτο από τους ως άνω λόγους αναιρέσεως το Δημόσιο, αμφισβητώντας την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 105 Εισ.Ν.Α.Κ., επί πράξεων δικαστικών λειτουργών, πλήττει την κρίση του διοικητικού εφετείου ότι στην προκειμένη περίπτωση ευθυνόταν κατά το άρθρο αυτό από πράξεις αστυνομικών υπαλλήλων, ως διοικητικών οργάνων. Ανεξαρτήτως του ζητήματος του χαρακτήρα των αστυνομικών υπαλλήλων που διενεργούν προανάκριση ως δικαστικών ή διοικητικών οργάνων, η κρίση αυτή είναι πλημμελώς αιτιολογημένη, διότι, το διοικητικό εφετείο, μολονότι δέχθηκε ότι τα αστυνομικά όργανα έδρασαν κατόπιν σχετικής παραγγελίας του εισαγγελέως, ο οποίος και άσκησε, στη συνέχεια, την ποινική δίωξη του αναιρεσιβλήτου-αναιρεσείοντος, έκρινε ότι η κατ’εσφαλμένη ερμηνεία των επίμαχων διατάξεων του ν. 1729/1987 σφράγιση του καταστήματος και η κατάσχεση των εμπορευμάτων (συνεπεία των οποίων επήλθε η κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσιβλήτου-αναιρεσείοντος ζημία) έπρεπε να αποδοθεί στα όργανα αυτά, χωρίς να εκθέτει το περιεχόμενο της εισαγγελικής παραγγελίας και χωρίς να την συσχετίζει με την εκ μέρους του εισαγγελέως άσκηση της ποινικής διώξεως με βάση την εσφαλμένη αυτή ερμηνεία. Και ναι μεν ο λόγος αυτός αναιρέσεως αλυσιτελώς προβάλλεται κατά το μέρος που στηρίζεται στην αβάσιμη, κατά την γνώμη που πλειοψήφησε, εκδοχή της ελλείψεως ευθύνης του Δημοσίου προς αποζημίωση από ζημιογόνα πράξη δικαστικού οργάνου, πλην όμως η ευθύνη αυτή, κατά την ίδια γνώμη, μόνο από πρόδηλη, υπό την προεκτεθείσα έννοια, παράβαση των διατάξεων του ν. 1729/1987, κατ’ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 105 Εισ.Ν.Α.Κ., μπορούσε να προκύψει στην προκειμένη περίπτωση, και όχι από την ευθεία, όπως έκρινε το διοικητικό εφετείο, εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου αυτού και, συνεπώς, βασίμως αμφισβητείται η νομιμότητα της ανωτέρω κρίσεως του δικάσαντος δικαστηρίου. Για τον λόγο αυτόν, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως του Δημοσίου και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, η δε υπόθεση, η οποία χρειάζεται διευκρίνιση ως προς το πραγματικό, πρέπει να παραπεμφθεί στο ίδιο δικαστήριο για νέα κρίση. 9. Επειδή, μετά την αναίρεση, κατά τα ανωτέρω, της προσβαλλομένης αποφάσεως στο σύνολό της, η δίκη επί της δευτέρας αιτήσεως αναιρέσεως δεν έχει αντικείμενο και πρέπει να καταργηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 32 παρ. 1 του π.δ. 18/1989 (Α` 8), το δε παράβολο, το οποίο καταβλήθηκε για την άσκηση της αιτήσεως αυτής, πρέπει να επιστραφεί, σύμφωνα με το άρθρο 36 παρ. 4 του π.δ. 18/1989. 10. Επειδή, κατ`εκτίμηση των περιστάσεων, ο ... πρέπει να απαλλαγεί από την δικαστική δαπάνη του Δημοσίου. Διά ταύτα Δέχεται την αίτηση αναιρέσεως του Δημοσίου Αναιρεί την 42/2005 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Λάρισας στο οποίο παραπέμπει την υπόθεση σύμφωνα με το αιτιολογικό. Καταργεί τη δίκη επί της αιτήσεως αναιρέσεως του ... και διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου που καταβλήθηκε γι’ αυτήν. Απαλλάσσει τον ... από τη δικαστική δαπάνη του Δημοσίου. Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 27 Ιουνίου 2013 Ο Πρόεδρος Η Γραμματέας Κ. Μενουδάκος Μ. Παπασαράντη και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 28ης Απριλίου 2014. Ο Πρόεδρος Η Γραμματέας Σωτ. Αλ. Ρίζος Μ. Παπασαράντη Ε.Φ.